Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἡμι-
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ημι- [imi] & ημί- [imí], όταν ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : α' συνθετικό: 1. σε προσδιοριστικά σύνθετα ουσιαστικά και τα παράγωγά τους επίθετα ή επιρρήματα για να δηλώσει: α. το ένα από τα δύο ίσα μέρη του αντικειμένου ή της έννοιας που εκφράζει το β' συνθετικό: ~κύκλιο, ~σέληνος, ~στίχιο, ~σφαίριο, ημίχρονο, ημίωρο· ~σφαιρικός, ημίωρος· ~κυκλικά. β. ότι η σύνθετη λέξη έχει σε μικρό βαθμό τα χαρακτηριστικά του β' συνθετικού: ημίθεος, ημίφως. 2. σε προσδιοριστικά σύνθετα επίθετα και τα παράγωγά τους ουσιαστικά και επίθετα δηλώνει ότι στη σύνθετη λέξη δεν υπάρχουν όλα παρά μερικά από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του β' συνθετικού· (πρβ. μισο- 1): ~άγριος, ~αυτόματος, ημίγλυκος, ημίγυμνος, ~επίσημος, ~μαθής· ~τελικός. || σε ουσιαστικοποιημένα επίθετα: ~υπόγειο, ημίφωνα, ~ώροφος. || σε ουσιαστικά: ~διαφάνεια, ~μάθεια. 3. σε επιστημονικούς όρους: α. (οικον.) ~ανάπτυκτος. β. (χημ.) ~κυτταρίνες, ~μέταλλα. γ. (ιατρ.) δηλώνει πάθηση ενός μέρους του σώματος κατά το ήμισυ, κατά τη μία πλευρά: ~κρανία, ~πληγία. || δηλώνει την ατελή ανάπτυξη ενός οργάνου ή την ατελή εκτέλεση μιας λειτουργίας: ~ατροφία, ~μεταβολισμός. δ. (γυμν.) δηλώνει την εκτέλεση κατά τη μία μόνο πλευρά, αριστερά ή δεξιά, της άσκησης που εκφράζει το β' συνθετικό: ~ανάταση, ~έκταση· ~εδραίος.

[λόγ. < αρχ. ἡμι- (< επίθ. ἥμισυς) ως α' συνθ.: αρχ. ἡμί-θεος, ελνστ. ἡμι-στίχιον & διεθ. hemi- < λατ. hemi- < αρχ. ἡμι-: ημι-πληγικός < γαλλ. hémiplégique & μτφρδ. γαλλ. semi-, demi-, αγγλ. semi-, half-, γερμ. halb-: ημι-τελικός < γαλλ. demi-final ή αγγλ. semifinal]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go