Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἔνθα
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ένθα [énθa] επίρρ. τοπ. : (λόγ.) εκεί, εκεί όπου, όπου.

[λόγ. < αρχ. ἔνθα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ενθάδε [enθáδe] επίρρ. τοπ. : (λόγ.) σε αυτόν εδώ τον τόπο, εδώ. (έκφρ.) ~ κείται*.

[λόγ. < αρχ. ἐνθάδε]

[Λεξικό Κριαρά]
ενθάδιος, επίθ.· ουδ. εθάδιον, (Ασσίζ. 14428, 14827’θάδιον, (αυτ. 15513).
  • Σχετικός με συγκεκριμένο μέρος, ντόπιος:
    • (αυτ. 22029).
  • Το ουδ. ως ουσ. = ιδιοκτησία, κτήμα:
    • δίδει απέ το εδικόν του το ενθάδιον (αυτ. 38611).

[<επίρρ. ενθάδε + κατάλ. ιος. Η λ. στον Ησύχ. και στο LBG]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ενθάρρυνση η [enθárinsi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ενθαρρύνω· εμψύχωση. ANT αποθάρρυνση.

[λόγ. ενθαρρύν(ω) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ενθαρρυντικός -ή -ό [enθarindikós] Ε1 : που γίνεται για να ενθαρρύνει, που ενθαρρύνει· που προδιαγράφει μια καλή προοπτική ή εξέλιξη, που μας επιτρέπει ή μας κάνει να αισιοδοξούμε· εμψυχωτικός. ANT αποθαρρυντικός: Ενθαρρυντικοί λόγοι. Ενθαρρυντικές υποσχέσεις / συμβουλές. Ενθαρρυντικές ειδήσεις / ενδείξεις. Ενθαρρυντικά αποτελέσματα / συμπεράσματα. Tα τελευταία στοιχεία δεν είναι, δυστυχώς, τόσο ενθαρρυντικά για την πορεία της οικονομίας μας. ενθαρρυντικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. ενθαρρύν(ω) -τικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ενθαρρύνω [enθaríno] -ομαι Ρ8.1 : δίνω, εμπνέω σε κπ. θάρρος, τον βοηθώ να ξεπεράσει δισταγμούς ή φόβους ενισχύοντας τη διάθεσή του για προσπάθεια, αγώνα κτλ.· εμψυχώνω. ANT αποθαρρύνω: H είδηση της νίκης ενθάρρυνε το λαό. Οι λόγοι του ενθάρρυναν τους στρατιώτες. Mε ενθάρρυνε σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής μου. Tον ενθάρρυναν να δημοσιεύσει τα πρώτα του ποιήματα. Ενθαρρυμένοι από την αποτυχία των αντιπάλων τους, ενέτειναν τις προσπάθειές τους.

[λόγ. εν- θάρρ(ος) -ύνω μτφρδ. γαλλ. encourager (πρβ. αρχ. θαρρύνω ίδ. σημ.)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go