Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἔκκριμα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
έκκριμα το [ékrima] Ο49 : (φυσιολ.) το υλικό προϊόν έκκρισης, η ουσία η οποία εκκρίνεται· έκκρισηγ.

[λόγ. < ελνστ. ἔκκριμα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go