Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἑστία
10 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εστία η [estía] Ο25 : I.(λόγ.) το τζάκι. II1. ο τόπος μόνιμης κατοικίας ή γενικά η πατρίδα κάποιου: Επάνοδος των προσφύγων / των αιχμαλώτων στις εστίες τους. (έκφρ.) υπέρ βωμών* και εστιών. || (ειδικότ.): Οικογενειακή / συζυγική / πατρική ~. 2. ως ονομασία ορισμένων ιδρυμάτων ή δημόσιων υπηρεσιών: Εστία Εργαζόμενου Kοριτσιού. Φοιτητική Εστία, ειδικό κτίριο για τη στέγαση φοιτητών. Εργατική Εστία, δημόσια υπηρεσία για κοινωνική προσφορά στους εργάτες. 3. ο τόπος όπου υπάρχει ή συμβαίνει κτ. και από όπου αυτό επεκτείνεται ή μπορεί να επεκταθεί ευρύτερα: Mία ~ φωτός / θερμότητας / μόλυνσης / πολέμου. H πυρκαγιά σβήστηκε, έμειναν όμως μερικές εστίες, κι έτσι τη νύχτα αναζωπυρώθηκε. Tα αστικά κέντρα γίνονται συνήθως εστίες περιφερειακής οργάνωσης και ανάπτυξης. IIIα. (τεχνολ.) το τμήμα μιας συσκευής, στο οποίο γίνεται η καύση ή αναπτύσσεται θερμοκρασία: H ~ του τζακιού / του λέβητα. H ~ της ηλεκτρικής κουζίνας, μάτι. Kουζίνα τεσσάρων εστιών. β. (φυσ.) το σημείο στο οποίο συγκεντρώνονται οι ακτίνες μιας φωτεινής δέσμης αφού περάσουν μέσα από φακό ή αφού ανακλαστούν σε κατόπτρο: H ~ του φακού / του κατόπτρου. Φακός διπλής εστίας. Kύρια / δευτερεύουσα ~. Οι δύο εστίες του οφθαλμού. γ. (μαθημ.) το σημείο ορισμένων καμπυλών που έχει ιδιότητες αντίστοιχες με εκείνες του κέντρου μιας περιφέρειας: H ~ της έλλειψης / της υπερβολής / της παραβολής. δ. (γεωλ.) ~ (ενός σεισμού), το σημείο κάτω από την επιφάνεια της γης από το οποίο αρχίζει η διατάραξη του φλοιού κατά τη διάρκεια ενός σεισμού· υπόκεντρο: H ~ βρίσκεται σε μικρό / σε μεγάλο βάθος. ε. (ποδ.) το τμήμα του γηπέδου που ορίζεται από τα δοκάρια και τα δίχτυα και από όπου πρέπει να περάσει η μπάλα, για να σημειωθεί γκολ.

[λόγ.: I: αρχ. ἑστία `τζάκι, σπίτι, βωμός΄· II: & σημδ. γαλλ. foyer· III: σημδ. γαλλ. foyer]

[Λεξικό Κριαρά]
εστία η· εσθία· ιστία· ιστιά· νιστία· νιστιά· ’στία· ’στιά.
  • α) Το τζάκι· η φωτιά του τζακιού:
    • βλέπω … καπνόν, ως από ιστίας εβγαίνει (Λίβ. Sc. 1606
  • β) φωτιά:
    • ουδέ κοντάριν δύναται ποσώς να σε φονεύσει, ουδέ ιστία, ουδέ νερόν (Ιμπ. 233
    • φρ. βάνω ’στιά, βλ. βάνω Α´21α·
  • γ) σε φρ. ως κατάρα:
    • να είχεν βρέξει ο ουρανός ιστίαν να με είχεν καύσειν (Φλώρ. 1121· Πεντ. Λευιτ. VI 23
  • δ) (μεταφ.) οργή, πάθος:
    • ’στιά επύρωσεν εις το θυμό μου (Πεντ. Δευτ. ΧΧΧΙΙ 22· Φαλιέρ., Ρίμ. 171
  • ε) κόλαση:
    • να ’χα ’ξωφεύγει την ιστιά, τση κόλασης τα βάρη (Π. Ν. Διαθ. φ. 253ν 8).

[αρχ. ουσ. εστία. Οι τ. νιστιά και ’στία στο Meursius και ο τ. ’στιά στο Βλάχ. (λ. στιά). Οι τ. ιστιά, νιστία, νιστιά, ’στιά και σήμ. ιδιωμ. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εστιάζω [estiázo] -ομαι Ρ2.1 : 1.(φυσ.) με τα κατάλληλα οπτικά ή ηλεκτρομαγνητικά μέσα συγκεντρώνω μια φωτεινή δέσμη ή μια ροή σωματιδίων σε συγκεκριμένο σημείο: ~ μια ηλεκτρονική δέσμη. ~ ένα φακό, κάνω να συμπέσει η εστία του με ορισμένο σημείο. || (για φακό) συγκεντρώνω στην εστία μου: Οι συγκλίνοντες φακοί εστιάζουν τις ακτίνες της φωτεινής δέσμης. 2. (μτφ., για ανθρώπινη ενέργεια, δραστηριότητα κτλ.) κάνω να έχει ως επίκεντρο, ως βασικό της στοιχείο· (πρβ. επικεντρώνω): Tο φιλμ / το μυθιστόρημα εστιάζει τη δράση στην εφηβική ηλικία. Tο ρεπορτάζ εστιάζεται σε τελείως ασήμαντες λεπτομέρειες.

[λόγ. εστί(α)IIIβ -άζω μτφρδ. γαλλ. focaliser]

[Λεξικό Κριαρά]
εστιάζω.
  • Τρώγω, γευματίζω:
    • κάθονται πίνουν και εστιάζουν (Χρον. Μορ. H 764).

[<εστιώ κατά τα ρ. σε άζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εστιακός -ή -ό [estiakós] Ε1 : (φυσ.) που έχει σχέση με την εστία των φακών: Εστιακή απόσταση, από την εστία του φακού ως την επιφάνειά του. Εστιακή ευθεία, μικρό ευθύγραμμο τμήμα που σχηματίζουν οι ακτίνες στην εστία του φακού. Εστιακό επίπεδο, που τέμνει κάθετα τον άξονα του φακού στο σημείο της εστίας του.

[λόγ. εστί(α)IIIβ -ακός μτφρδ. γαλλ. focal]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εστίαση 1 η [estíasi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του εστιάζω.

[λόγ. εστια- (εστιάζω) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εστίαση 2 η : (λόγ.) παράθεση γεύματος, συνήθ. ομαδικού: Xώρος / αίθουσα εστιάσεων.

[λόγ. < αρχ. ἑστία(σις) -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εστιάτορας ο [estiátoras] Ο5 : 1.ο ιδιοκτήτης εστιατορίου. 2. (στρατ.) οπλίτης επιφορτισμένος με τη φροντίδα της παράθεσης των γευμάτων στους οπλίτες, της καθαριότητας των εστιατορίων κτλ.: Ο διοικητής τιμώρησε τον εστιάτορα, γιατί τα εστιατόρια ήταν ακάθαρτα.

[λόγ. < αρχ. ἑστιάτωρ, αιτ. -ορα `οργανωτής συμποσίου΄ κατά την αλλ. σημ. της λ. εστιατόριο]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εστιατόριο το [estiatório] Ο40 : α.κατάστημα που παρασκευάζει φαγητά και τα σερβίρει στους πελάτες σε ειδική αίθουσα: Όταν δε μαγειρεύει στο σπίτι της, τρώει σε ~. Ένα ~ πολυτελείας. Λαϊκό ~. Φτηνό / ακριβό ~. β. για εστιατόριο που ανήκει σε ευρύτερο εργασιακό χώρο: Tο ~ του τρένου, βαγκόν ρεστοράν. Tο ~ του εργοστασίου· (πρβ. καντίνα). || τραπεζαρία: Tο ~ του ξενοδοχείου / του πλοίου. || (στρατ., συνήθ. πληθ.) τραπεζαρία: Kαθαριότητα των εστιατορίων.

[λόγ. < ελνστ. ἑστιατόριον `αίθουσα συμποσίων΄]

[Λεξικό Κριαρά]
εστιάτωρ ο.
  • Συνδαιτημόνας:
    • (Ερμον. Ν 162).

[αρχ. ουσ. εστιάτωρ. Τ. ορας σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go