Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἐπινόημα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επινόημα το [epinóima] Ο49 : το αποτέλεσμα του επινοώ και ιδίως το δημιούργημα της φαντασίας: Ένα ποιητικό / δραματικό ~. || (πλεοναστικά) Aυτά είναι επινοήματα της φαντασίας.

[λόγ. < ελνστ. ἐπινόημα, αρχ. σημ.: `σχέδιο΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go