Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἐπενδύτης
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επενδύτης ο [epenδítis] Ο10 : (λόγ.) το επανωφόρι.

[λόγ. < αρχ. ἐπενδύτης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επενδυτής ο [epenδitís] Ο7 θηλ. επενδύτρια [epenδítria] Ο27 : κεφαλαιούχος που διαθέτει χρήματα για επένδυση σε οικονομική επιχείρηση: Έλληνες και ξένοι επενδυτές ενδιαφέρονται για την εκμετάλλευση των ελληνικών μαρμάρων.

[λόγ. επενδύ(ω) -τής· λόγ. επενδυ(τής) -τρια]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go