Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἐπειδή
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
επειδή [epiδí] σύνδ. αιτιολ. : εισάγει δευτερεύουσες αιτιολογικές προτάσεις και εκφέρει το λόγο εξαιτίας του οποίου ισχύει ή όχι αυτό που εκφράζει η κύρια πρόταση. 1α. γιατί: Δεν πήγα, ~ ήμουν άρρωστος. Mαταίωσε το ταξίδι του, ~ τα τρένα είχαν απεργία. Ένιωθε σαν ξένος, ~ είχε χρόνια να τους δει. Θύμωσε, ~ του μίλησαν άσχημα. Δεν τους προσκάλεσα, ~ ήξερα ότι δε θα έρθουν. || σε έμφαση: Yποχώρησα, μόνο και μόνο ~ τους λυπήθηκα. β. (όταν προηγείται η αιτιολογική πρόταση) για το λόγο ότι, εξαιτίας του ότι: ~, όπως φαίνεται, θα αργήσουν, θα πεταχτώ για μερικά ψώνια. ~ μάλλον θα βρέξει, ας μείνουμε σπίτι. γ. και / κι ~, σε αφηγήσεις βοηθάει στη μετάβαση του λόγου: Kαι ~ όλοι ήξεραν το πάθημά του… 2. και / κι ~, σε επιφωνηματική χρήση δηλώνει ανάλογα με τα συμφραζόμενα και τον τόνο της φωνής: α. (σε ερωτηματική εκφορά) έντονη αντίρρηση, αγανάκτηση, ειρωνεία κτλ.: ~ σου το είπε, έπρεπε να το κάνεις; β. ως απάντηση για έντονη αδιαφορία: ~;, και σαν;, και λοιπόν;

[αρχ. ἐπειδή]

[Λεξικό Κριαρά]
επειδή, σύνδ.· αφειδή· αφειδήν· επείδες· επειδήν· εφειδή· εφειδήν· ’πειδή.
  • 1) Χρον.
    • α) όταν, αφού:
      • (Χρον. σουλτ. 512
    • β) από τη στιγμή που:
      • εφειδήν κιβεντίσουν το πρόσταγμαν … (Ασσίζ. 4828).
  • 2) (Αιτ.) εφόσον, μια και, επειδή:
    • (Θυσ. 397), (Ασσίζ. 1779).

[αρχ. σύνδ. επειδή. Η λ. και σήμ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go