Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἐγκρατής
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Κριαρά]
εγκρατής, επίθ.· εγκράτης.
  • Που αυτοκυριαρχείται, ιδ. ως προς τις υλικές απολαύσεις και τις σωματικές ηδονές:
    • (Συναδ. φ. 35v).

[αρχ. επίθ. εγκρατής. Η λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
εγκρατής -ής -ές [eŋgratís] Ε10 : (για πρόσ.) που έχει τη δύναμη να ελέγχει και να περιορίζει στο ελάχιστο τις ορμές και τις επιθυμίες που έχουν σχέση με τις υλικές απολαύσεις της ζωής, που συνειδητά απέχει από υλικές απολαύσεις και ηδονές: ~ χαρακτήρας. || που τον χαρακτηρίζει η εγκράτεια: Ο ~ βίος των ασκητών.

[λόγ. < αρχ. ἐγκρατής]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go