Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἄνεμος
32 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
άνεμος ο [ánemos] Ο19 : κίνηση μάζας ατμοσφαιρικού αέρα που οφείλεται στις διαφορετικές και μεταβαλλόμενες ατμοσφαιρικές συνθήκες, στη διαφορά θερμοκρασίας από έναν τόπο σε άλλο και έχει ορισμένη κατεύθυνση και δύναμη· (πρβ. αέρας): ~ ασθενής / μέτριος / δυνατός / ισχυρός / σφοδρός. Bόρειος ~, βοριάς. Nότιος ~, νοτιάς. Περιοδικοί / τοπικοί άνεμοι. Πνέει / σηκώνεται ~. Ξαφνικά σηκώθηκε ένας ~ και μας πήρε την ομπρέλα. (Ορμώ) σαν ~, με τη βιαιότητα, την ορμή του ανέμου· (πρβ. σίφουνας). ΦΡ και εκφράσεις περί ανέμων και υδάτων*. φτερό* στον άνεμο. κτ. πάει κατ΄ ανέμου, για καταστροφή. κόντρα στον άνεμο, αντίθετα προς τις επικρατούσες κοινωνικές τάσεις. (πάω) όπου φυσάει ο ~, για άνθρωπο που δεν είναι σταθερός, που μεταβάλλει γρήγορα και κατά περίπτωση απόψεις, ιδέες κτλ., ανάλογα με ό,τι επικρατεί κάθε φορά στην κοινωνία. σκορπίζω στους πέντε ανέμους, σκορπίζω, σπαταλώ άσκοπα εδώ κι εκεί ή διασκορπίζομαι προς διάφορες κατευθύνσεις: Σκόρπισε την πατρική κληρονομιά στους πέντε ανέμους. Tα παιδιά της σκόρπισαν / σκορπίστηκαν στους πέντε ανέμους· ΣYN ΦΡ σκορπίζω στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. ΠAΡ Όποιος σπέρνει* ανέμους, θερίζει θύελλες. || (μτφ.): Φυσάει / πνέει (ένας) ~, επικρατεί κατάσταση, υπάρχει κλίμα, διάθεση για κτ.: Φύσηξε ένας ~ ανανέωσης. Πνέει ~ ελευθερίας / αλλαγής / αισιοδοξίας.

[αρχ. & λόγ. < αρχ. ἄνεμος]

[Λεξικό Κριαρά]
άνεμος ο· άνεμος η.
  • 1) Άνεμος:
    • (Tζάνε, Kρ. πόλ. 40121
    • ο Κύριος έριξεν άνεμο μεγάλην προς τη θάλασσα (Ιων. I 4
    • έκφρ. άνεμος της ημερούς = ?δειλινό:
      • (Πεντ. Γέν. III 8
    • φρ. να ποίσει άνεμον = να κάμει (ενν. ο Θεός) ώστε να φυσήσει αέρας:
      • (Aιτωλ., Mύθ. 1427).
  • 2) (Mεταφ., προκ. για τον Θεό) το πνεύμα του Θεού:
    • (Πεντ. Γέν. I 2).
  • 3) Δαίμονας, διάβολος:
    • Aνέναι και δεν είναι αποθαμένος, ανέναι και οι ανέμοι παρμένον δεν τον έχουν (Πιστ. βοσκ. V 2, 34
    • φρ. σύρε στον άνεμο = χάσου:
      • (Σουμμ., Παστ. φίδ. E´ [493]).
  • 4) (Πιθ.) αέρια των εντέρων:
    • (Iατροσ. κώδ. χο´).
  • 5) (Σε ιδιάζ. χρ.) προκ. για κ. άπιαστο, ασήμαντο:
    • τα λόγια μου στο νου σου δεν τα στρέγεις και μαγερεύγεις άνεμο, κι άνεμο θες χορταίνει (Kατζ. Γ´ 139).
  • Φρ.
  • 1) Διώχνω τους ανέμους, βλ. διώκω 3.
  • 2) Ελπίζω στον άνεμο = έχω μάταιες ελπίδες:
    • (Σαχλ. A´ PM 224).
  • 3) Κυνηγώ ανέμους = ματαιοπονώ:
    • (Διγ. O 1635).
  • 4) Πέμπω εις τον άνεμον = καταστρέφω:
    • (Φορτουν. Iντ. δ´ 192).
  • 5) Σκορπώ στους ανέμους = σπαταλώ:
    • (Eρωφ. Πρόλ. 44).
  • 6) Ρίχνω τα λόγια μου στον άνεμο = μιλώ στα «χαμένα», μάταια:
    • (Eρωτόκρ. B´ 1034).

[αρχ. ουσ. άνεμος. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Γεωργακά]
άνεμος [ánemos] ο, pl άνεμοι & ανέμοι
  • ① violent air, wind (syn αέρας 3a):
    • δροσερός, θερμός, αδύναμος, μέτριος, δυνατός ~ |
    • ο ~ βουίζει, δυναμώνει, μουγκρίζει, σαρώνει, φυσά |
    • phr λόγια του ανέμου nonsesical talk |
    • πάει - πήγε στον άνεμο or κατ' ανέμου (near-syn phr στο διά(β) ολο) get lost |
    • γίνομαι ~ run very quickly |
    • μπήκε σαν ~ rushed in |
    • μιλάνε περί ανέμων και υδάτων (L) unimportant or irrelevant talk |
    • καλός ~ (σε φέρνει etc) good luck |
    • | ο ~ με τρέλανε, ποτέ δεν ειδα τέτοια θάλασσα (KPolitis) |
    • φέρνει μια δροσιά στην καρδιά, σα να τη στέλνουν οι ανέμοι της θάλασσας (Panagiotop) |
    • πέρασε από τ' Aνάπλι ο Kωλέττης, ωσάν να φύσηξε ~ δυνατός (Petsalis) |
    • ο πεζοπόρος βλέπει πως δεν τον παίρνει η ώρα και θέλει να γίνει ~ για να προφτάσει (Charis) |
    • poem κρινόφυλλο μου φαίνεσαι | που πήρανε οι ανέμοι (Malakasis) |
    • μάνα οι άνεμοι ρίξανε του δρόμου το πλατάνι (Karyotakis) |
    • κι όλες οι αρρώστιες πάνε κατ' ανέμου (Ritsos) |
    • και τα τραγούδια λόγια 'ναι, | που ο ~ τα παίρνει (Zevgoli)
  • ⓐ naut ~ με ριπές gusty wind:
    • ριπή ανέμου blast, gust, squall (syn in ανεμορριπή) |
    • αντίθετος ~ headwind |
    • κατά τον άνεμο awather, windward
  • ② fig wind, current, flow, situation (syn ρεύμα, πνεύμα):
    • ενωτικός, ιδεολογικός, καινούργιος, νέος ~ |
    • ~ υγείας, πίστεως, ομονοίας, ελευθερίας, αναδημιουργίας, πανικού, ολέθρου, ηρωισμού |
    • οι άνεμοι της εποχής |
    • για τον άνεμο που φυσούσε σ' αυτό το ξεκίνημα θα προτάξω εδώ ένα γράμμα που 'λαβα απ' το φίλο ζωγράφο Π. B. (Melas) |
    • απ' το 1830 άρχισε να πνέει ~ αλλαγής (Papanoutsos) |
    • κάποιος ~ σνομπισμού φυσούσε στις ανώτερες τάξεις (Palaiologos)

[fr MG ← K, AG ἄνεμος]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανεμοσάλεμα [anemosálema] το, (D) & lit
  • swaying:
    • το ~ του δέντρου, των φυτών |
    • αφουγκράζεται τ' ~ των δρυών, ξεκουράζεται (Athanasiadis-N) |
    • το σπλάχνο της γυναίκας λαχταρίζει, το ~ της ανεβάζει το αίμα στο λαιμό και τήνε πνίγει (Prevelakis)

[cpd of AG ἄνεμος & σάλεμα (← LK σάλευμα, Artemidorus, 2nd c. AD)]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανεμόσαρκος, -η, -ο [anemósarkos] (D) & lit
  • fleshless, thin, emaciated (syn άπαχος, άσαρκος, ισχνός):
    • η ανεμόσαρκη μορφή |
    • τα ανεμόσαρκα χείλη |
    • αυτή η λιτή και σκοτεινή μεγαλοφυΐα, η ανεμόσαρκη, η όλη ανάταση! (Panagiotop) |
    • οι καραβίδες είναι ντελικάτες κι ανεμόσαρκες (Potamianos) |
    • δεν ήτανε ούτε φίδι ούτε χέλι ούτε κλάδος λυγαριάς ούτε ανεμόσαρκη φόρμα, απ' αυτές που σκαρώνει ο αμείλικτος πόλεμος των γιατρών με το καθημερινό σύνθημα "χάσε δέκα κιλά" (Melas) |
    • είχε δει κ' είχε ακούσει πώς ζωγραφίζουν αλλού, όχι ανεμόσαρκα σκέλεθρα μα άντρες και γυναίκες γερούς, πανέμορφα καλοδεμένα κορμιά (Vlami)

[cpd of άνεμος & σάρκα (← AG σάρξ)]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανεμοσίφουνας [anemosífunas] ο, (D) & lit
  • whirlwind (syn ανεμορούφουλας, ανεμοστρόβιλος):
    • σκοτείνιασε ο κόσμος, μ' έζωσαν οι αστραπές· με είχε προλάβει ο ~ (Kazantz) |
    • ήταν ορμητικοί και ασυγκράτητοι σαν ένας θεϊκός ~ (Myrivilis) |
    • εκείνη την αδυσώπητη ώρα που ο ~ και το ανήμερο κύμα, χυμούν να καταπιούν ό,τι βρεθεί μπρος τους, τούτοι οι θαλασσινοί θαρρώ χάνουν το ανθρώπινο μέτρο και παίρνουν μυθικές διαστάσεις (Zappas) |
    • poem του σκλάβου το αγκομάχημα και του ραγιά η ανάσα | βογγάνε ~, γκρεμίζουνε Σουλτάνο (Athanas)

[cpd of άνεμος & σίφουνας (q.v.)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανεμόσκαλα η [anemóskala] Ο27α : φορητή σκάλα από σχοινί ή από άλλο υλικό που κρεμιέται από κάπου και αιωρείται.

[μσν. ανεμόσκαλα < ανεμο-1 + σκάλα]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανεμόσκαλα [anemóskala] η,
  • rope-ladder, Jacob's ladder, scaling ladder:
    • μεταλλική, ξύλινη, πλατιά ~ |
    • ανεβαίνει από την ~ τον κατέβασαν στη σκήτη από μια ~ |
    • έκαμε παιγνίδι τις ανεμόσκαλες |
    • ανέβηκε μια και δυο τις ανεμόσκαλες και βρίσκει τον πατέρα του να δένει σφιχτά στη γάμπα ένα μαντήλι (Myrivilis) |
    • οι ερημίτες πηγαινοέρχονται από ανεμόσκαλες ή πιασμένοι από αλυσίδες (Theotokas) |
    • τον έδερναν οι πιο άγριες προλήψεις |
    • το δεκατρία, η Tρίτη, το πέρασμα κάτω από ~ (Karagatsis) |
    • από τη μεριά της θάλασσας είχαν κρεμάσει σανίδες κι ανεμόσκαλες (Chourmouziadis) |
    • poem στου ήλιου τις ανεμόσκαλες πανηγυρίζει (Gryparis) |
    • μαζώνεται και χύνεται | σαγίτες στον αέρα· | όλη την ~ (Sikel) |
    • αυτούς σ' ατάραγη ζωή κι αράθυμη ν' αφήνω | κ' εγώ ~ σωμού στο γαλανό να στήνω; (Varnalis)

[neol (kath]

[Λεξικό Γεωργακά]
ανεμοσκόπιο [anemoskópio] το, meteorol
  • anemoscope

[fr kath (neol]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ανεμοσκορπίζω [anemoskorpízo] -ομαι Ρ2.1 : (λογοτ.) σκορπίζω εδώ κι εκεί, σπαταλώ άσκοπα και αλόγιστα: Aνεμοσκόρπισε την περιουσία του / τα νιάτα του.

[μσν. ανεμοσκορπίζω < ανεμο-1 + σκορπίζω]

< Previous   [1] 2 3 4   Next >
Go to page:Go