Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἀσπούδαστος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ασπούδαστος -η -ο [aspúδastos] Ε5 : που δεν έχει κάνει ανώτερες συνήθ. σπουδές, που δεν είναι σπουδασμένος: Έμεινε ~. Άφησε τα παιδιά του ασπούδαστα.

[λόγ. < αρχ. ἀσπούδαστος `χωρίς ζήλο΄ κατά την εξέλ. της σημ. της λ. σπουδάζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go