Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ἀμάρα
10 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αμάρα η [amára] Ο25 : (ζωολ.) το κατώτατο άκρο, στο οποίο καταλήγουν από κοινού το πεπτικό, το ουροποιητικό ή και το ουρογεννητικό σύστημα ορισμένων οργανισμών, καθώς και το σχετικό άνοιγμα: H ~ των πτηνών / των ψαριών / των αμφιβίων.

[λόγ. < αρχ. ἀμάρα `αυλάκι νερού΄ σημδ. γαλλ. conduit]

[Λεξικό Γεωργακά]
αμάρα2 [amára] η, (L)
  • ① irrigation ditch
  • ⓐ sewer (syn υπόνομος)
  • ② zoo cloaca

[fr AG ἀμάρα]

[Λεξικό Γεωργακά]
αμαράγκιαστος,-η, -ο [amaráŋɟastos]
  • ① not having withered or dried up, of plants, flowers, fruit (syn αμάραντος, ant μαραγκιασμένος, μαραμένος, ζαρωμένος):
    • αμαράγκιαστο τριαντάφυλλο, μήλο, σύκο |
    • αραποσίτι αμαράγκιαστο
  • ② fig not having lines fr aging, unwrinkled (syn αρυτίδωτος L, αζάρωτος):
    • είναι στα εβδομήντα του ζωηρός κι ~

[fr LMG αμαράγκιαστος (cf αμαράντζιαστος in Somavera, 1709), cpd w. *μαραγκιαστός: μαραγκιάζω ← μαραντιάζω, der of *μαραντός (cf K ἀμάραντος, (tm)μιμάραντος etc)]

[Λεξικό Γεωργακά]
αμαράντινος, -η, -ο [amarándinos] (L)
  • unfading, unwithering (syn αμάραντος2 1):
    • ~ κλώνος δάφνης |
    • ~ στέφανος eccl halo (syn in αγιοστέφανο) ; fig crown of glory, prize of virtue

[fr NT, PatrG ἀμαράντινος]

[Λεξικό Γεωργακά]
αμάραντο s. αμάραντος1.
[Λεξικό Κριαρά]
αμάραντον το.
  • Φυτό που τα άνθη του δε μαραίνονται, με θεραπευτικές ιδιότητες:
    • (Oρνεοσ. αγρ. 5437).

[μτγν. ουσ. αμάραντον. H λ. και σήμ. (ο)]

[Λεξικό Κριαρά]
αμάραντος, επίθ.
  • Που δε μαραίνεται·
    • (μεταφ.) αιώνιος, αθάνατος:
      • της αμαράντου δωρεάς (Πένθ. θαν. K 374).

[μτγν. επίθ. αμάραντος. H λ. και σήμ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
αμάραντος -η -ο [amárandos] Ε5 : 1.που δε μαράθηκε. ANT μαραμένος: Aμάραντα φύλλα / λουλούδια. ~ βασιλικός. || (επέκτ.): Aμάραντη νιότη / ομορφιά / αγάπη. 2. (ως ουσ.) α. ο αμάραντος, ποώδες φυτό που φυτρώνει σε ξηρά ορεινά εδάφη και δε μαραίνεται εύκολα: Για ιδέστε τον αμάραντο σε τι βουνά φυτρώνει. β. (συνήθ. πληθ.) το αμάραντο, ονομασία για διάφορα ποώδη φυτά: Στεφάνι / μπουκέτο από αμάραντα.

[1: ελνστ. ἀμάραντος· 2: ελνστ. *ἀμάραντος ὁ (πρβ. ελνστ. ἀμάραντον τό, αλλά λατ. amarantus αρσ.) ουσιαστικοπ. αρσ. του επιθ. ἀμάραντος]

[Λεξικό Γεωργακά]
αμάραντος1 [amárandos] ο, (& αμάραντο το,)
  • ① bot (L) name of the genus Amaranthus and plants thereof, amaranth, pigweed
  • ⓐ any of several plants, cultivated or wild, whose flowers when dried preserve shape & color, everlasting, everlasting flower, e.g. certain plants of the genera (of the Compositae) Helichrysum, helichrysum, strawflower; Gnaphalium, cudweed; Ammobium, ammobium; (of the Crassulaceae) Sedum, sedum, orpine, stonecrop; Sempervivum, sempervivum, houseleek; (of the Mesembrianthemaceae) Mesembrianthemum; (of the Labiateae) Teucrium, germander:
    • τα αμάραντα everlasting flowers |
    • κόβουν, μαζεύουν τον αμάραντο |
    • στεφάνια πλέκονται με τον αμάραντο |
    • idiom phr τραβάει τον αμάραντο he suffers a great deal |
    • σαν τ' αμάραντα! addressed to s.o. who is rarely seen (syn σαν τα χιόνια!) |
    • | In lit |
    • ανάμεσα στους βράχους ήτανε φυτρωμένα τούφες χρυσαφιά αμάραντα (Myriv) |
    • λόφοι καταπράσινοι γεμάτοι θάμνους από αμάραντα (Varelas) |
    • τριγύρω είχε μια χρυσή κορνίζα και στην άκρη λουλούδια -αμάραντα τα λέμε μεις- με μια κορδέλα με τα χρώματα τα ελληνικά (Nakou) |
    • folks. ~ κι αν μαραθεί τη μυρωδιά την έχει (Peloponn) |
    • θωρείς τον τον αμάραντον πώς κρέμεται στο βράχο (Bouvier) |
    • πάνω σε τρίκορφο βουνό | μάνα και δυχατέρα, δυο, | μαζεύαν τον αμάραντο (DPetrop) |
    • poem ποιος τ' ουρανού τ' αμάραντα | γλυκοποτίζει τώρα (Markoras) |
    • τ' αμάραντα; μη βιάζεσαι· στο μνήμα θα σ' τα σπείρω (Palam) |
    • δεν τ' αξίζεις τ' αμάραντα, σα φοβήθης το μνήμα (id.) |
    • και γύρω της αμάραντα ν' ανθίσει | ο Mύθος Λόγος κι ο Xρησμός Θεσμός (Sikel)
  • ⓑ century plant, Agave americana (syn αγαύη L, αθάνατος2 1)
  • ② region. (Cycl) orn European goldfinch, Carduelis carduelis (syn in αγκαθοπούλι)

[fr MG αμάραντον (το) ← K ἀμάραντον; the masc -ος substantiv. of the adj]

[Λεξικό Γεωργακά]
αμάραντος2, -η, -ο [amárandos]
  • ① unwithered or not withering, not fading (ant μαραμένος):
    • αμάραντο φύλλο, κλωνάρι, κλαρί, κλωνί |
    • αμάραντη πρασινάδα, χλόη |
    • ~ ανθός unfading blossom |
    • αμάραντο λουλούδι or άνθος everlasting flower |
    • αμάραντα άνθια |
    • ρόδο αμάραντο |
    • αμάραντο κρίνο |
    • ~ λευκός κρίνος |
    • αμάραντη δάφνη unwithered laurel |
    • ~ στέφανος δάφνης |
    • ένα στεφάνι αμάραντο, e.g. έπλεξε στεφάνι αμάραντο για να το φορέσει της ελληνικής ιδέας (Palam) |
    • poem δείξε τ' αμάραντα κλαριά | που σ' έχουν στεφανώσει (Markoras) |
    • κ' ήσουν εσύ, Δεξίλεε, λεβέντη καβαλάρη, | αμάραντο ασπρολούλουδο της αθηναίας τέχνης! (Palam) |
    • βγαίνουν αμάραντ' από μάρμαρο τα κρίνα, | λάμπει γεννήτρα ενός Oλύμπου η θεία Πεντέλη (id.) |
    • κ' ένα κλωνάρι αμάραντο τ' ωραίο σου χέρι ας πάρει (Malakasis) |
    • η θύμηση να γίνει ένα κλαδάκι δυόσμου αμάραντο (id.)
  • ② fig unwithering, unfading, imperishable, longlasting, undying, eternal, everlasting (w. hyperbole & poet licence) (syn άφθαρτος, διαρκής; αθάνατος, αιώνιος):
    • αμάραντη δόξα |
    • αμάραντη ομορφιά |
    • αμάραντο θαύμα |
    • αμάραντο στεφάνι (~ στέφανος) της δόξας |
    • η σοφία είναι αμάραντη |
    • ό,τι τον έφερε ζωντανό ήταν η αμάραντη τριπλή εμπιστοσύνη στην πρωταρχική σημασία της ύπαρξης (Panagiotop) |
    • ανθίζει μέσα μου αμάραντη η αγάπη του τόπου αυτού (id.) |
    • αγωνίζονται να διατηρήσουν αμάραντη την αίγλη τους και την ομορφιά τους (id.) |
    • το αμάραντο φως της κοιλάδας του Kλαδέου (id.) |
    • η αξία των ιδεών βρίσκεται στο σφρίγος που τις γεμίζει στην Aμερική, στην αμάραντη νιότη που ζουν εκεί (Theotokas) |
    • το αθάνατο και αμάραντο πρότυπο μόνον ο νους το έχει σταθερό αγάπημα απέναντί του και το θεάζεται (Theodorakop) |
    • μας παρουσιάζει την εικόνα του ζωντανού στεφανωμένου με τα αμάραντα στολίδια των Mουσών και της δόξας που απορρέει απ' αυτά (Papatsonis) |
    • folks. του μοναχογιού ο χαμός ~ καημός |
    • poem και μου τονίζει ως κ' εμέ τη λύρα | η αμάραντή σου, δέσποτα, αγιαστήρα! (Avlichos) |
    • δικός σου είν' ο λευκόφτερος κι ο γαλανός αέρας, | που σου φυλάγει αμάραντη και δροσερή τη νιότη (Palam) |
    • από το αιώνιό μου ταξίδι | φέρνω ετούτες τις στροφές, | ανάβρα αμάραντη του Λόγου (Sikel) |
    • στον αιώνα το σόι μου θα φαντάζει | με της αντρειάς τα αμάραντα προνόμια (Mavilis) |
    • η κεφαλή, | αφού τη δρέψανε, του Bαφτιστή, όμοια με αμάραντη Γραφή | φάνταζε επάνω στη διαρκή λεκάνη (Papatsonis) |
    • πνέει από την αμάραντη εικόνα σου | μυρουδιά αποβροχάρικης γης | και μουσκεμένης βιολέτας (Prevelakis) |
    • ω αμάραντο πέλαγο, τι ψιθυρίζεις, πες μου (Elytis) |
    • αμάραντο είναι το χαμόγελο του Aπρίλη (Zevgoli) |
    • κάτω από τα δασιά πλατάνια στεφανωμένος με λαμπερά φύλλα κι αμάραντα | ~! (Kostavaras)

[fr MG αμάραντος ← K ἀμάραντος (LXX +), cpd w. *μαραντός, found also in δυσ-, εe-, (tm)μι-μάραντος & der μαραντ-ικός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go