Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: όσος
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Κριαρά]
όσος, αντων.
  • Αναφορ. αντων.
    • 1) (Εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. πρόταση) με ποσοτική σημασ.
      • α) (με ή χωρίς προσδιοριζόμενο ουσ.) αναφέρεται
        • α1) στην αντίστοιχή της δεικτ. αντων. τόσος που υπάρχει ή εννοείται:
          • (Πανώρ. Αφ. 27), (Ασσίζ. 1565), (Μαχ. 58824
        • α2) στις δεικτ. αντων. εκείνος, τούτος, τοιούτος, επεσαύτος, ετεσαύτος:
          • εκείνα γράφω … όσα κινούν προς οίκτον (Προδρ. II 11, 12
          • όσοι ουδέν σε κολακεύουν … τούτους έχε πάντως φίλους (Πτωχολ. α 381· Έκθ. χρον. 7414), (Ασσίζ. 4265
  • (το ουδ. έναρθρ.):
    • να ακολουθήσω εκείνο το όσον με προστάξεις (Μπερτόλδος 81
    • α3) στα επίθ. πας, άπας:
      • (Πουλολ. 120), (Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 12
    • α4) στο επίθ. όλος = όσος, αυτός που:
      • όσοι κατοικούσινε εις τα περίγυρα, ούλοι σκλάβοι είναι (Ερωτόκρ. Ά 683
  • (με εννοούμενο το επίθ. όλος):
    • να πλερώσουν όσα αφήκεν ο κύρης του … και όσους εχρώστεν (Μαχ. 544· Φαλιέρ., Ιστ. 257
    • α5) σε ουσ. της προσδιοριζόμενης πρότασης:
      • (Λίβ. Esc. 4265), (Πόλ. Τρωάδ. 4290
  • β) (ως επίθ. προσδ. ουσ.) όσος, πολύς:
    • (Ερωτόκρ. Ά 834), (Ερωφ. Δ́ 689), (Κυπρ. ερωτ. 6918
    • έκφρ. όση δύναμις, βλ. δύναμις 3α έκφρ.
  • 2) Με αόριστη σημασ.
    • α) (με ή χωρίς προσδιοριζόμενο ουσ.· φανερώνει επίδοση ή παραχώρηση) με επόμ. τα αν, και (αν), καν, θέλω να οσοσδήποτε:
      • όσοι κι αν είστε, ελάτε (Ερωτόκρ. Β́ 963· Έκθ. χρον. 515
      • όσα καν λέγει (ενν. η γυναίκα) βάσταζε (Προδρ. I 159· Ερωφ. Αφ. 61
    • β) (το ουδ. αοριστολογικά) ό,τι, οτιδήποτε:
      • (Χρον. Μορ. H 8850
      • είμαι αφέντης … εις τον Μορέαν, να ποιήσω όσον θέλω (Χρον. Μορ. H 8735).
  • 3) (Εισάγει δευτερεύουσα αναφορ. συμπερασμ. πρόταση) ώστε (εδώ με έναρθρ. απαρέμφ.):
    • δίδει τον καθέκαστον όσον του χορτασθήναι (Απολλών. 127).
  • 4) (Εισάγει δευτερεύσα πλάγια ερωτ. πρόταση) πόσος:
    • (Διγ. Gr. 3476).
  • [αρχ. αντων. όσος. Η λ. και σήμ.]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    όσος -η -ο [ósos] αντων. αναφ. (βλ. Ε3) : 1. σε θέση ουσιαστικού ή επιθέτου και σε αντιστοιχία με το επίθετο όλος ή με τη δεικτική αντωνυμία τόσος που προαναφέρεται ή εννοείται, ή σε συσχετισμό με την ερωτηματική αντωνυμία πόσος, για να ορίσει ποσότητα, μέγεθος, πλήθος, χρόνο, διάστημα κτλ. που δηλώνει το ουσιαστικό που προσδιορίζει: Όσοι τον άκουσαν συμφώνησαν, όλοι όσοι… Πήρε όσα χρειάστηκε, όλα όσα. Xρειάστη κε τόσο χρόνο, όσο ακριβώς είχε υπολογίσει. Είχε τόσες ευκαιρίες, όσες και οι συμμαθητές του; Δεν είχε τόση επιρροή, όση χρειαζόταν για να τους πείσει. Όσους ζητήσεις, τόσους και θα έχεις. (έκφρ.) όσα δίνεις, τό σα* παίρνεις. ΦΡ όσα έρθουν κι όσα πάνε, για κτ. που γίνεται χωρίς σχεδιασμό, προγραμματισμό, που αφήνεται στην τύχη του και ως χαρακτηρισμός για άνθρωπο που ενεργεί μ΄ αυτόν τον τρόπο. ΠAΡ ΦΡ όσα φέρνει η ώρα δεν τα φέρνει ο χρόνος*. || συχνά κυρίως στον προφορικό λόγο παραλείπεται η αντωνυμία τόσος: Δεν του έδωσε (τόσα) όσα του είχε δανείσει. Πάρε όσα βιβλία θέλεις. Πόσα λεφτά θέλεις; -Όσα δικαιούμαι. Πόσος χρόνος χρειάζεται; - (Tόσος) ~ αναφέρεται στον προγραμματισμό. || με παράλειψη του ουσιαστικού: Παίρνει ίδιο / ίσο μισθό όσο κι εσύ, όσο μισθό παίρνεις κι εσύ, ίδιο μισθό με εσένα. Δάνεισέ μου όσα περισσότερα μπορείς. Όσοι βιάζονται μπορούν να φύγουν. || συχνά από έλξη χρησιμοποιείται στην πτώση της δεικτικής αντωνυμίας που παραλείπεται: Aπευθύνομαι σε όσους ενδιαφέρονται, σε εκείνους όσοι… Aπό όσους το άκουσαν κανένας δε βοήθησε, από εκείνους / αυτούς όσοι το άκουσαν… (έκφρ.) όσα όσα, σε πολύ χαμηλή τιμή: Tο πουλάει όσα όσα. 2. με γενική και αόριστη σημασία που συχνά επιτείνεται από το τυχόν ή από παραχωρητική πρόταση, συνήθ. σε θέση επιθέτου: Όσοι τυχόν μαθητές θέλουν να συμμετάσχουν πρέπει να το δηλώσουν. Όσοι προσπαθούν πετυχαίνουν. Aγωνιζόταν με όση δύναμη τυχόν του είχε απομείνει. Δεν μπορεί να πετύχει όση προσπάθεια κι αν καταβάλει. (έκφρ.) μύριοι* όσοι. (λόγ.) πλείστοι* όσοι. || με τη σημασία του όλος: Όση περιουσία είχε την άφησε στα παιδιά του. (έκφρ.) όσα είχε και δεν είχε, τα πάντα, όλα όσα είχε. 3. (ουδ. πληθ., ως ουσ.) τα όσα, αυτά τα οποία: Tα όσα τράβηξε / υπέφερε αυτός δεν τα έχει περάσει κανείς άλλος. Ξέχασες τα όσα σου κατηγορούν; ΦΡ (τα) μύρια* όσα.

    [αρχ. ὅσος]

    [Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
    οσοσδήποτε οσηδήποτε οσοδήποτε [osozδípote] αντων. αόρ. αναφ. (βλ. Ε3) : σε θέση επιθέτου (~ χρόνος) ή συνήθ. ουσιαστικού (οσοιδήπο τε θελήσουν)· τη χρησιμοποιεί ο ομιλητής, όταν θέλει να εκφράσει έντο νη αοριστία· όσος και αν: Οσοιδήποτε κι αν έρθουν θα χωρέσουν.

    [λόγ. < αρχ. ὁσοσδήποτε (μαρτυρείται μόνο στην ιων. διάλ.: ὅσος δή κοτε)]

    < Previous   [1]   Next >
    Go to page:Go