Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: όπερ
6 items total [1 - 6]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όπερ [óper] αντων. αναφ. : (απαρχ.) μόνο στις εκφράσεις ~ έδει δείξαι, για να δηλώσουμε ότι αυτό που έπρεπε να αποδειχτεί, αποδείχτηκε. ~ και εγένετο, πράγμα που τελικά συνέβη: Όλοι ανέμεναν την επανεκλογή του, ~ και εγένετο.

[λόγ. < αρχ. ὅπερ, ουδ. της αντων. ὅσπερ]

[Λεξικό Κριαρά]
όπερ, αντων.
  • Που:
    • (Πτωχολ. α 189, 191
    • την γνώσιν όπερ είχεν ο σοφότατος ο γέρων (αυτ. 421).

[ουδ. της αρχ. αντων. όσπερ άκλ.]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όπερα η [ópera] Ο27α : 1. δραματικό θεατρικό έργο που συνοδεύεται από μουσική και χαρακτηρίζεται από συσσώρευση βίαιων ή παθητικών επεισοδίων και από πολύπλοκες ή απρόβλεπτες εξελίξεις, έτσι ώστε να προκαλεί έντονη συγκίνηση· μελόδραμα: Kαλλιτέχνης της όπερας. 2α. κτίριο ειδικό για παραστάσεις όπερας: H ~ του Παρισιού. β. θίασος που παίζει όπερα.

[ιταλ. opera]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπερατέρ ο [operatér] Ο (άκλ.) : επαγγελματίας που χειρίζεται τη μηχανή λήψεως· καμεραμάν, εικονολήπτης.

[λόγ. < γαλλ. opérateur]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
οπερέτα η [operéta] Ο25α : 1. ελαφρό θεατρικό είδος, συνήθ. σατιρικού χαρακτήρα, στο οποίο οι διάλογοι διακόπτονται από μουσικά κομμάτια: Παράσταση / θίασος οπερέτας. 2. (μειωτ.) για ενέργειες, θεσμούς κτλ. που χαρακτηρίζονται από έλλειψη σοβαρότητας ή τάση για επίδειξη: Εκλογές / κυβέρνηση / κράτος / πραξικόπημα ~.

[ιταλ. operetta]

[Λεξικό Κριαρά]
οπεριάζω.
  • I. (Ενεργ.) πραγματοποιώ, κατορθώνω:
    • πολλά οπεριάζει η … αληθινή αγάπη (Άνθ. χαρ. (κυπρ.) 81).
  • II. (Μέσ.) πραγματοποιούμαι, συμβαίνω:
    • Η αληθινή αγάπη ανισώς και οπεριαστεί πολομά μεγάλα καμώματα (αυτ. 81).

[<ιταλ. operare + κατάλ. ‑ιάζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go