Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: όλως
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
όλως [ólos] επίρρ. : (λόγ.) εντελώς, ολωσδιόλου: ~ τυχαίως / παραδόξως.

[λόγ. < αρχ. ὅλως]

[Λεξικό Κριαρά]
όλως, επίρρ.
  • 1)
    • α) Εντελώς, ολότελα:
      • (Κυπρ. ερωτ. 82), (Διγ. Z 3386
      • (επιτ.) με το επίρρ. διόλου, βλ. διόλου 1β·
    • β) (με επίθ. επιτ.):
      • (Διγ. Gr. 1481
      • έστιν όλως αναιδής όλως αιματωμένος (Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 421).
  • 2) Πάρα πολύ:
    • (Πτωχολ. α 491
    • ο στρατός όλως αποτρομάξε (Κορων., Μπούας 62).
  • 3)
    • α) (Με άρν.) διόλου, καθόλου:
      • (Βίος Αλ. 3018), (Ερμον. Γ 138), (Διγ. Z 1733
    • β) (με χρον. σημασ.) ποτέ:
      • φωνής ουδείς μου ήκουσεν ή συντυχίας όλως (Διγ. Gr. 1444· Γλυκά, Στ. 340).
  • 4) (Επιτ.) με το καν, βλ. καν 9.
  • 5) (Επιτ.) αληθινά, πράγματι:
    • όλως ετόλμησας εσύ κι εσκότωσες την κόρην; (Απολλών. 515· Προδρ. IV 464).
  • 6) (Επιτ.) κιόλας, μάλιστα:
    • και εις τούτο όλως έχεις στόμα προσανοίξαι δε μοι; (Πτωχολ. α 771).
  • 7) (Με παραχωρ. σημασ.) έστω και λίγο:
    • αν όλως ελπίζομεν, ότι … θέλει συγχωρήσει αυτό η Εκκλησία … (Σφρ., Χρον. 11013).

[αρχ. επίρρ. όλως]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ολωσδιόλου [olozδiólu] επίρρ. : σε καταφατική πρόταση επιτείνει τη μειωτική σημασία του όρου της πρότασης που ακολουθεί· εντελώς, τελείως: ~ ανίκανος / τεμπέλης / ηλίθιος. Είναι ~ εκτός κλίματος.

[λόγ. < μσν. φρ. όλως διόλου]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go