Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: χώρος
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χώρος ο [xóros] Ο18 : I1.έκταση, επιφάνεια που έχει ορισμένο πλάτος, μήκος ή και ύψος: Σπατάλη / στενότητα / εξοικονόμηση χώρου. Nεκρός* ~. || (ειδικότ.) α. υπαίθρια έκταση· εξωτερικός χώρος: Xώροι με πράσινο, πάρκα, κήποι. Ελεύθερος ~ για αναψυχή / για άθληση. β. χτισμένη επιφάνεια, δωμάτιο ή αίθουσα· εσωτερικός χώρος: Tο διαμέρισμα έχει μεγάλους / στενούς χώρους. Bοηθητικοί χώροι, κουζίνα, λουτρό, αποθήκη. ~ διδασκαλίας / δουλειάς. γ. γεωγραφική έκταση, περιοχή: Ευρωπαϊκός / μεσογειακός / ελληνικός ~. Ο εναέριος / θαλάσσιος ~ ενός κράτους. Zωτικός* ~. δ. κενός χώρος που μπορεί να καταλάβει ένα συγκεκριμένο πρόσωπο ή πράγμα· θέση: Στο τραπέζι υπάρχει ~ για δώδεκα άτομα. Δεν υπάρχει άλλος ~ στην ντουλάπα. Άφησε χώρο για να γράψω κι εγώ στο γράμμα. Kάνε χώρο για να καθίσω και εγώ. Οι βιβλιοθήκες πιάνουν πολύ χώρο. || Δεν υπάρχει ~ για μένα σ΄ αυτό το σπίτι / σ΄ αυτή την πόλη, η παρουσία μου είναι αδιάφορη έως ενοχλητική. 2. (μτφ.) επαγγελματικός ή επιστημονικός τομέας, περιοχή ή περιβάλλον με το οποίο ασχολείται ή στο οποίο ανήκει κάποιος: Mελέτες / έρευνες στο χώρο της φυσικής / της ιατρικής. Πολιτικός που ανήκει στον κεντρώο / στον προοδευτικό / στο συντηρητικό χώρο. Ονόματα γνωστά στον πολιτικό / στο λογοτεχνικό / στον καλλιτεχνικό χώρο. II. (επιστ.) 1. (φιλοσ.) το άπειρο διάστημα μέσα στο οποίο κινείται η ύλη. 2α. (γεωμ.) το διάστημα των τριών διαστάσεων, που αποτελεί το αντικείμενο της στερεομετρίας, ή των δύο διαστάσεων, που αποτελεί το αντικείμενο της επιπεδομετρίας, στην ευκλείδεια γεωμετρία. || Ο χώρος των τεσσάρων / πέντε / άπειρων διαστάσεων, στη μη ευκλείδεια γεωμετρία. β. (φυσ.) ο χώρος των τεσσάρων διαστάσεων, η σχέση χώρου χρόνου· χωρόχρονος.

[λόγ.: I1α: αρχ. χῶρος· Ι1β-ΙΙ: λόγ. σημδ. γαλλ. espace, place, domaine & αγγλ. space, room & γερμ. Raum]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωροστάθμηση η [xorostáθmisi] Ο33 : η ενέργεια του χωροσταθμώ.

[λόγ. χωροσταθμη- (χωροσταθμώ) -σις > -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωροσταθμώ [xorostaθmó] -ούμαι Ρ10.9 : μετρώ με ειδικά τοπογραφικά όργανα το ύψος διάφορων σημείων της επιφάνειας της γης.

[λόγ. χωρο- 1 + σταθμώ (< σταθμ(ίζω) μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. σταθμισ-) απόδ. γαλλ. niveler]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go