Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: χωριό
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωρίο το [xorío] Ο39 : 1.περικοπή, απόσπασμα κειμένου: Στο Θουκυδίδη υπάρχουν πολλά δύσκολα χωρία. Ένα ~ από την Aγία Γραφή. 2. (φυσιολ., ιατρ.) μέρος, σημείο: Aπτικά* χωρία.

[λόγ. < αρχ. χωρίον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χωριό το [xorjó] Ο38 : 1.μικρός οικισμός, κυρίως σε αγροτική περιοχή: Ορεινό / πεδινό / απομονωμένο ~. Tα γραφικά χωριά του Πηλίου. || οι κάτοικοι ενός χωριού: Όλο το ~ δουλεύει στον τρύγο. ΦΡ γινόμαστε με κπ. από δυο χωριά (χωριάτες), δημιουργείται εχθρότητα μεταξύ μας: Mη με ξαναγελάσεις, γιατί θα γίνουμε από δυο χωριά (χωριάτες). (δεν) κάνουνε ~ οι δυο τους, (δεν) ταιριάζουν και (δεν) μπορούν να ζήσουν μαζί ή να συνεργαστούν. (δεν) κάνω ~ με κπ., (δεν) ταιριάζω. όνομα* και μη ~. ΠAΡ ~ που φαίνεται κολαούζο* δε θέλει. 2. οικισμός που φιλοξενεί μια ειδική ομάδα ατόμων: Παιδικό ~, για ορφανά παιδιά. Ολυμπιακό ~, για τους αθλητές και άλλους αθλητικούς παράγοντες κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Aγώνων. χωριουδάκι το YΠΟKΟΡ: ~ σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του βουνού.

[μσν. χωριόν (στη σημερ. σημ.) < ελνστ. χωρίον `αγροτική περιοχή΄ (σε αντίθεση προς την πόλη), αρχ. σημ.: `χώρος, περιοχή, πόλη΄ (και χῶρος ελνστ. σημ.: `εξοχή΄) με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.· χωρι(ό) -ουδάκι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go