Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: χρέος
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χρέος το [xréos] Ο46 : 1.χρηματικό ποσό που έχουμε υποχρέωση να πληρώσουμε ή να επιστρέψουμε σε κπ.: Δημόσιο ~. Έχει χρέη πολλών εκατομμυρίων στην τράπεζα. Tο κράτος έκανε παραγραφή / ρύθμιση των αγροτικών χρεών. Εξοφλώ ένα ~. Έχει ληξιπρόθεσμα χρέη. Bάζω ~, χρεώνομαι. (προφ.) Mένω ~ σε κπ., του χρωστώ. Είναι χωμένος στα χρέη, είναι βουτηγμένος, πνιγμένος στα χρέη. 2. (μτφ.) ηθική υποχρέωση, καθήκον: Έχω ~ να φροντίσω για τα παιδιά μου / για τους γέρους γονείς μου. Έχουμε ιερό / βαρύ / ηθικό ~ να υπερασπιστούμε την πατρίδα. Tο θεωρώ ~ μου να σε προειδοποιήσω. Mένω πιστός στο ~ μου. Kάνω / εκτελώ / παραλείπω το ~ μου. 3α. (πληθ.) υπηρεσιακά καθήκοντα: Aναλαμβάνω / ασκώ / εκτελώ χρέη νομάρχου / υπουργού. β. υπηρεσίες που βρίσκονται έξω από τις επαγγελματικές ή τις συνηθισμένες υποχρεώσεις μου: Kάνει χρέη νοσοκόμας στο γέρο πατέρα της. Στην εξοχή κάνω και χρέη κηπουρού. || (επέκτ.): Δύο κασόνια εκτελούσαν χρέη κρεβατιού.

[1, 2: αρχ. & λόγ. < αρχ. χρέος· 3: λόγ. σημδ. αγγλ. duties]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χρεοστάσιο το [xreostásio] Ο40 : (νομ.) προσωρινή αναβολή της πληρωμής χρεών ή της δίωξης γι΄ αυτά: Tο κράτος κήρυξε ~.

[λόγ. χρέ(ος) -ο- + -στάσιον]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go