Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: χιτών
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χιτώνας ο [xitónas] Ο2 : 1.εσωτερικό ένδυμα, φαρδύ, χωρίς ζώνη, συνήθ. μακρύ και χωρίς μανίκια, που το φορούσαν πολλοί λαοί της αρχαιότητας: Iωνικός ~, μακρύς. Δωρικός ~, κοντός. Ποδήρης / χειριδωτός ~. (έκφρ.) όποιος έχει δύο χιτώνες δίνει τον ένα, για να δηλώσουμε ότι οι άνθρωποι πρέπει να μοιράζονται μεταξύ τους τα αγαθά. 2. ό,τι περιβάλλει και καλύπτει κτ.: α. (ανατ.) ονομασία διάφορων μεμβρανών που καλύπτουν όργανα του σώματος: Aμφιβληστροειδής / κερατοειδής ~ του οφθαλμού. β. περίβλημα που μοιάζει με μεμβράνη και που καλύπτει διάφορα φυτικά όργανα: Ο ~ του βολβού.

[λόγ. < αρχ. χιτών, αιτ. -ῶνα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
χιτώνιο το [xitónio] Ο40 : 1.κοντό στρατιωτικό σακάκι που μοιάζει με μπουφάν. 2. (τεχν.) πρόσθετος κύλινδρος που τον τοποθετούν σαν σφήνα μέσα στον αρχικό, για να αποφεύγεται η φθορά του· πουκάμισο2.

[λόγ. < αρχ. χιτώνιον `μικρός χιτώνας΄ (για γυναίκες, ελνστ. και για άντρες) σημδ.: 1: αγγλ. tunic· 2: αγγλ. jacket]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go