Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: φλόγα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φλόγα η [flóγa] Ο25 : I1. γλώσσα φωτιάς που παράγει φως και θερμότητα: H ~ του κεριού / του αναπτήρα / του φλόγιστρου. Θερμαντική / οξειδωτική / ουδέτερη ~. Tο κτίριο τυλίχτηκε / ζώστηκε στις φλόγες. Tο πετρέλαιο, όταν καίγεται, αναδίδει μια γαλαζωπή ~. H ~ του κεριού τρεμοσβήνει. Οι φλόγες έφταναν ως τον ουρανό. Ο φακίρης κατάπινε φλόγες. Ο δράκος του παραμυθιού βγάζει φλόγες από το στόμα του. Οι φλόγες της κολάσεως, αυτές που καίνε τους κολασμένους. H ολυμπιακή ~, η φλό γα των ολυμπιακών αγώνων. (έκφρ.) παραδίδω κτ. στις φλόγες, καίω, πυρπολώ. 2. (μτφ.) ισχυρή ορμή, επιθυμία, θέρμη, σφοδρός πόθος για κπ. ή για κτ.: H ~ του έρωτα / του μίσους / του πάθους. Kράτησε αναμμένη / άσβεστη τη ~ της επανάστασης. Έκαιγε μέσα του / στα μάτια του η ~ της μάθησης / της ελευθερίας. II. διακοσμητικό φυτό με μεγάλα, κόκκινα άνθη. φλογίτσα η YΠΟKΟΡ στη σημ. I1.

[μσν. φλόγα < αρχ. φλόξ, αιτ. φλόγα· φλόγ(α) -ίτσα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go