Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: φλούδα
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φλούδα η [flúδa] Ο25 : το εξωτερικό στρώμα, το περίβλημα του κορμού των δέντρων (γενικότ. των φυτών) και των περισσότερων καρπών· φλοιός· (πρβ. φλούδι): H ~ του καρπουζιού / του πεπονιού / του μήλου / του πορτοκαλιού / της μπανάνας / του αμύγδαλου. Kαρπούζι με χοντρή / ψιλή ~. Έφαγε το πεπόνι και πέταξε τις φλούδες στη θάλασσα.

[μσν. φλούδα < φλούδ(ι) μεγεθ. ]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go