Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: φλοιώδης
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
φλοιώδης -ης -ες [flióδis] Ε11 : (επιστ.) που έχει τη μορφή φλοιού.

[λόγ. < αρχ. φλοιώδης]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go