Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: υφαίρεση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υφαίρεση η [iféresi] Ο33 : I.(μαθημ.) αριθμητική πράξη με την οποία βρίσκουμε τον τόκο ο οποίος εκπίπτει από το συνολικό ποσό, όταν αυτό εξοφληθεί πριν από τη λήξη της προθεσμίας. II. (γραμμ.) στα αρχαία ελληνι κά, η αποβολή μέσα στην ίδια λέξη του ενός από τα δύο συνεχόμενα βραχύχρονα φωνήεντα ή η αποβολή του ι των διφθόγγων εμπρός από φωνήεν, π.χ. βοηθόος > βοηθός· πλείονος > πλέονος. III. (νομ.) κλοπή από άτομο με το οποίο υπάρχει συγγενικός δεσμός και κοινά περιουσιακά στοιχεία ή από άτομο με το οποίο υπάρχει επαγγελματική συνεργασία.

[λόγ.: II: ελνστ. ὑφαίρε(σις) -ση· I: σημδ. γαλλ. soustraction & συν. escompte· III: ελνστ. σημ. & σημδ. γαλλ. soustraction]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go