Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: υς
26 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ύστατος -η -ο [ístatos] Ε5 : ο εντελώς τελευταίος, αυτός που έχει το χαρα κτήρα του οριστικού και τελεσίδικου, συνήθ.: α. όταν δεν υπάρχει περιθώριο άλλης δράσης: Έκανε την ύστατη προσπάθεια. Έφτασε την ύστα τη στιγμή. β. μπροστά στο θάνατο: Ο ~ χαιρετισμός / αποχαιρετισμός. Tο ύστατο χαίρε*.

[λόγ. < αρχ. ὕστατος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ύστερα τα [ístera] Ο40 : αυτά τα οποία γίνονται, συμβαίνουν στο τέλος, κυρίως στην έκφραση (τα πρώτα) και τα ~ του κόσμου, η συντέλεια του κόσμου.

[ουσιαστικοπ. επίρρ. ύστερα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ύστερα 1 [ístera] επίρρ. χρον. : έπειτα, μετά. I1. προσδιορίζει μια πράξη που χρονικά ακολουθεί κάποια άλλη: Aς ξημερώσει πρώτα κι ~ βλέπουμε. Πρώτα θα παίξω κι ~ θα γράψω. Πρώτα υγεία κι ~ όλα τα άλλα. Θα φύγεις τώρα ή πιο ~; Aπό το 1960 κι ~ άρχισε η ανοικοδόμηση στην Ελλά δα. 2. με προσθετική σημασία· επιπλέον, εκτός αυτού: ~ σκέψου λίγο και τον εαυτό σου. 3. επιφωνηματικά σε ερωτηματικές εκφράσεις, για να δηλώσει: α. το έντονο ενδιαφέρον του ακροατή να ακούσει τη συνέχεια μιας αφήγησης: ~ (τι έγινε); β. την αδιαφορία του ομιλητή για όσα έχουν αναφερθεί προηγουμένως, στην εκφορά (ε) κι ~;: Δεν πρόκειται να περάσεις. - Ε κι ~; ας μην περάσω. II. ισοδυναμεί με πρόθεση στην προθετική έκφραση ~ από και αιτιατική· εκφράζει: α. χρόνο: ~ από λίγα χρόνια. ~ από πολύν καιρό. β. αντίθεση: ~ από τόσους κόπους να τα παρατήσεις! γ. συνέπεια, αιτία: ~ από τόσα που τράβηξε, καιρός είναι να ηρεμήσει.

[αρχ. επίρρ. ὕστερον (< επίθ. ὕστερος) με μεταπλ. κατά τα άλλα επιρρ. σε (πρβ. και σπάν. αρχ. ὕστερα σε επιρρηματική χρήση)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ύστερα 2 σύνδ. συμπερ. : εισάγει συμπέρασμα που προκύπτει από τα προηγούμενα, συνήθ. σε διαλόγους και σε προτάσεις ερωτηματικές: Είναι σε όλα του εντάξει· ~ πώς να είσαι δυσαρεστημένος από αυτόν; || κι / και ~, εισάγει τη δυσφορία ή την αγανάκτηση του ομιλητή που απορρέει από όσα έχουν προαναφερθεί: ~ σου λένε να μη χάνεις την ψυχραιμία σου. Aκόμη μάλλινα φοράμε κι ~ σου λεν πως ήρθε το καλοκαίρι.

[< ύστερα 1]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υστέρημα το [istérima] Ο49 : αυτό που λείπει για να συμπληρωθεί το κανονικό ή αναγκαίο. ANT περίσσευμα· συνήθ. στην έκφραση (από) το ~ κάποιου, για προσφορά από τα ελάχιστα που έχει κάποιος, από αυτά που μόλις επαρκούν για να συντηρηθεί ο ίδιος: Δίνω / βοηθάω από το υστέρημά μου. Ο λαός πρόσφερε το υστέρημά του για την ανοικοδόμηση της πατρίδας.

[λόγ. < ελνστ. ὑστέρημα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υστέρηση η [istérisi] Ο33 : η καθυστέρηση κυρίως ως επιστημονικός όρος. α. (φυσ.) η καθυστέρηση της εκδήλωσης ενός φαινομένου σε σχέση με τη μεταβολή του αιτίου που το προκαλεί: Ελαστική / μαγνητική ~. β. (ψυχ.) νοητική / διανοητική ~.

[λόγ. < γαλλ. hystérésis (στη νέα σημ.) < ελνστ. ὑστέρη(σις) `έλλειψη΄ -ση]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υστερία η [istería] Ο25 : 1.(ψυχιατρ.) νεύρωση η οποία εκδηλώνεται με παροδικές διαταραχές της σκέψης, της αισθητικότητας ή της κίνησης ή και με διάφορα μονιμότερα χαρακτηριστικά (παράλυση, πόνους, σπασμούς κτλ.). 2. έξαλλη, ανεξέλεγκτη συναισθηματική κατάσταση που φθάνει ως το παραλήρημα: Όλη η χώρα είχε πάθει πολεμική ~. Φαινόμενα μαζικής υστερίας εκδηλώθηκαν κατά την εμφάνιση του νεαρού τραγουδιστή. || για υπερβολικό εκνευρισμό, για μη ελεγχόμενα νεύρα: M΄ έπιασε ~ / έπαθα ~ όταν το άκουσα.

[λόγ. < γαλλ. hystérie < hystér(ique) = υστερ(ικός) -ie = -ία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υστερικός -ή / -ιά -ό [isterikós] Ε1, Ε2 : 1α.που πάσχει από υστερία, συνήθ. ως ουσ. ο υστερικός, θηλ. υστερική και υστερικιά. β. που συμπεριφέ ρεται σαν να πάσχει από υστερία: Yστερική γυναίκα. Είναι υστερική με την καθαριότητα. 2α. που ανήκει ή που αναφέρεται στην υστερία: Yστερι κή προδιάθεση. Yστερική κρίση. β. που ταιριάζει σ΄ αυτόν που συμπεριφέρεται σαν να πάσχει από υστερία: Yστερικά γέλια. Yστερικές κραυγές. υστερικά ΕΠIΡΡ: Γελώ / κλαίω / φωνάζω ~.

[λόγ. < αρχ. ὑστερικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ύστερο το [ístero] Ο41 : ο πλακούντας της μήτρας στο στάδιο του τοκετού.

[λόγ. < αρχ. ὕστερον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
υστερο- [istero] & υστερό- [isteró], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : α' συνθετικό με λόγια προέλευση σε σύνθετες λέξεις· δηλώνει: 1. ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό γίνεται, συμβαίνει ύστερα από κτ. άλλο: υστερότοκος. || υστερόγραφο. 2. (ιστ.) το νεότερο, το τελευταίο στάδιο μιας διαβάθμισης: ~μινωικός, ~ελλαδικός, ~βυζαντινός σε αντιδιαστολή προς τις ιστορικές υποδιαιρέσεις με α' συνθετικό νεο-, μεσο- 1, παλαιο-. ANT πρωτο-.

[λόγ.: 1: αρχ. ὑστερο- θ. του επιθ. ὕστερο(ς) ως α' συνθ.: αρχ. ὑστερο-γενής (δες λ.)· 2: σημδ. αγγλ. late ή γερμ. spät: υστερο-μινωικός < αγγλ.(;) late Minoan, υστερο-λατινικός < γερμ. Spätlatein]

< Previous   [1] 2 3   Next >
Go to page:Go