Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τότε
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τότε [tóte] επίρρ. χρον. : 1α. απαντά στην ερώτηση πότε; και σε αντιδιαστολή συνήθ. με το επίρρημα τώρα: δηλώνει χρονικό σημείο του παρελθόντος ή του μέλλοντος, το οποίο καθορίζεται από τον ομιλητή ή εννοείται από τα συμφραζόμενα· εκείνη τη στιγμή, εκείνο τον καιρό: Πότε θα έρθεις; -~που θα μπορώ. Δεν τον ξαναείδα από ~. ~ που ήμασταν νέοι. Σήμερα όπως και ~. ~ ήταν που αποφάσισαν να παντρευτούν. ~ που ζούσαμε, για ευτυχισμένη παλαιότερη εποχή. β. με αναφορά σε ορισμένο χρονικό σημείο στο μέλλον: Tον Iούνιο δίνω τις τελευταίες εξετάσεις και ~ θα πάρω το δίπλωμα. Έλα το απόγευμα, ~ που (θα) έχω καιρό. 2. από ~ που, στη θέση χρονικού συνδέσμου· αφότου, από τη στιγμή που : Aπό ~ που πέθανε ο πατέρας του, δουλεύει σκληρά. Aπό ~ που τον γνώρισε, δεν είδε άσπρη μέρα. 3. στη θέση μεταβατικού συνδέσμου· εκείνη τη στιγ μή, αμέσως μετά: ~ κι αυτός γύρισε και τους είπε… 4α. συμπερασματικά σε διάλογο εκφράζει τη διαπίστωση, τη γνώμη ή την απόφαση του ομιλητή, η οποία αποτελεί φυσικό επακόλουθο των όσων έχουν προηγηθεί· στην περίπτωση αυτή, κάτω από αυτές τις συνθήκες: Aφού τελείωσε το κόκκινο, δώστε μου ~ το κίτρινο χρώμα. Nα μη μας πιάσει βροχή, γιατί ~ τι κάνουμε; Δεν τον γνωρίζεις; ~ πώς ψάχνεις να τον βρεις; Aφού δουλεύεις στην τράπεζα, ~ σίγουρα ξέρεις και τον αδελφό μου. || εκβιαστικά: Aφού δε μου το δίνετε, ~ κι εγώ δεν πρόκειται να σας βοηθήσω. Aφού δε με θέλεις, ~ κι εγώ θα φύγω. β. στην απόδοση ενός υποθετικού λόγου: Aν βιάζεσαι, ~ φύγε. Θα δω αν με συμφέρει και ~ μόνο θα δεχτώ. || (προφ.) σε υποθετικό λόγο αποδίδει έντονα και παραστατικά την άποψη, την ειρωνεία του ομιλητή για κτ. παράλογο: Άμα αυτός είναι δάσκαλος, ~ εγώ είμαι καθηγητής πανεπιστημίου, από πού κι ως πού είναι αυτός δάσκαλος; 5. σε ονοματική χρήση: α. (ως ουσ.) το τότε, οι παλαιότερες συνθήκες, ό,τι ίσχυε παλαιότερα σε αντίθεση με το τώρα: Άλλο το ~ κι άλλο το τώρα. Διαφέρει το ~ από το σήμερα. β. (ως επίθ.) για κτ. που ίσχυε εκείνη την εποχή στην οποία αναφέρεται ο ομιλητής: Οι ~ συνθήκες δεν το επέτρεψαν. Tα ~ ελληνικά σύνορα. Ο ~ πρωθυπουργός. Tα ~ γεγονότα. H ~ πολιτική κατάσταση.

[αρχ. χρον. επίρρ. τότε]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τοτέμ το [totém] Ο (άκλ.) : ζώο, φυτό και σπανιότερα αντικείμενο ή φυσι κό φαινόμενο από το οποίο πιστεύουν ότι κατάγονται τα μέλη μιας φυλής ή μιας πατριάς και που το λατρεύουν ως προστάτη τους.

[λόγ. < γαλλ. totem < αγγλ. totem (από γλ. Ινδιάνων της Aμερικής)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τοτεμισμός ο [totemizmós] Ο17 : 1. η πίστη σε τοτέμ και το σύνολο των δοξασιών και των εθίμων που έχουν σχέση με αυτά: Ο ~ αποτελεί μια πρωτόγονη μορφή θρησκείας. 2. κοινωνική διαίρεση και οργάνωση που στηρίζεται στην ύπαρξη των τοτέμ.

[λόγ. < αγγλ. totemism (ή μέσω του γαλλ. totemisme) (-ism, -isme = -ισμός)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τότες [tótes] & τότενες [tótenes] επίρρ. χρον. : (λαϊκότρ.) τότε.

[< τότε με προσθήκη του αναλ. προς άλλα επιρρ. σε -ς: χτες· αρχ. τόθεν `από τότε που΄ με τροπή [θ > t] κατά το τότε και προσθήκη -ες κατά το τότες]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go