Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τυχόν
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τυχόν [tixón] επίρρ. τροπ. : 1. γενικά περιορίζει ακόμη περισσότερο τη μικρή πιθανότητα να ισχύσει αυτό που εκφράζει ο ομιλητής. α. συνήθ. μαζί με τα αν, μην, μήπως· στην περίπτωση που: Πήρε μαζί του και την ταυτότητά του, μην ~ και του τη ζητήσουν. ~ τον βρεις, να του το δώσεις, αν τύχει και … || Tο έκρυψε, μην ~ και το βρουν, για να μην το βρουν, μην τύχει και το βρουν. β. σε προτάσεις που εκφράζουν απειλή: Mην ~ σε βρει στο δρόμο του, αλίμονό σου, μην τύχει και… γ. σε ευγενικότερη ή περισσότερο αόριστη διατύπωση μιας ερωτηματικής πρότασης επιτείνει τη σημασία του μήπως: Mήπως ~ σας ενοχλεί; Mήπως ~ ξέρετε την καινούρια του διεύθυνση; Mήπως ~ τον έχετε ακουστά; Mήπως ~ είστε φίλοι;, μήπως είστε τίποτε φίλοι; 2. επιθετικά· πιθανός, ενδεχόμενος: Tα έστειλε για ~ διορθώσεις. ~ νέες αυξήσεις θα δημιουργήσουν προβλήματα στους καταναλωτές. Είσαι υπεύθυνος για (τις) ~ παραλείψεις.

[1: αρχ. επίρρ. τυχόν (στη σημ. 1α) < ουδ. μτχ. αορ. του ρ. τυγχάνω (δες τυχαίνω)· 2: λόγ. < αρχ. μτχ. αορ. τυχόν]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τυχόντας [tixóndas] Ε (βλ. Ο2) : τυχών, κυρίως ως ουσ.

[λόγ. < αρχ. τυχών, αιτ. -όντα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go