Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τροχός
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τροχός ο [troxós] Ο17 : όργανο σε σχήμα κύκλου, που περιστρέφεται γύρω από κάθετο άξονα ο οποίος περνάει από το κέντρο του και χρησιμοποιείται: 1. για την κίνηση οχημάτων· ρόδα: Ξύλινος / μεταλλικός / λαστιχένιος ~. ~ με αεροθάλαμο / με ακτίνες. Όχημα με δύο / τρεις / τέσσερις τροχούς. Εφεδρικός ~, ρεζέρβα. Θύμα των τροχών, νεκρός ή τραυματίας από τροχαίο ατύχημα. 2α. για τη μετάδοση της κίνησης από άξονα σε άξονα: Οδοντωτός ~. β. για την ανύψωση αντικειμένων, π.χ. η τροχαλία. γ. για την κατασκευή πήλινων αντικειμένων: Ο ~ του αγγειοπλάστη. δ. για το τρόχισμα ή τη λείανση αντικειμένων: Ο ~ του ακονιστή / του οδοντιάτρου. ε. ως όργανο βασανισμού στην αρχαιότητα και στο Mεσαίωνα. ΦΡ ο τελευταίος / ο πέμπτος ~ της αμάξης, άνθρωπος του οποίου η συμβολή σε ένα έργο είναι εντελώς ασήμαντη, που είναι σχεδόν περιττός. ο ~ της τύχης, για να συμβολίσουμε το αβέβαιο μέλλον του ανθρώπου. γυρίζει ο ~, για να δηλώσουμε ότι η τύχη του ανθρώπου αλλάζει εύκολα στο καλύτερο ή στο χειρότερο. λαδώνω τον τροχό, δωροδοκώ. (λόγ.) τροχίσκος ο YΠΟKΟΡ.

[2δ: αρχ. τροχός `αγγειοπλαστικός τροχός΄· 1, 2β, γ, ε: λόγ. < αρχ. τροχός· 2α: λόγ. σημδ. γερμ.(;) Zahnrad· λόγ. < αρχ. τροχίσκος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τροχοσκηνή η [troxoskiní] Ο29 : σκηνή 2 επάνω σε μεταλλικό σκελετό με ρόδες, που σέρνεται από αυτοκίνητο.

[τροχ(ός) -ο- + σκηνή κατά το τροχόσπιτο]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τροχόσπιτο το [troxóspito] Ο41 : είδος μικρού σπιτιού με ρόδες, από συνθετική ύλη, που το ρυμουλκεί επιβατικό αυτοκίνητο και που το χρησιμοποιούν σε ειδικούς χώρους κατασκήνωσης. || ξύλινο ή μεταλλικό σπιτάκι με ρόδες, που το χρησιμοποιούν για μονιμότερη εγκατάσταση· τροχοβίλα.

[τροχ(ός) -ο- + σπίτ(ι) -ο]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go