Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τε
310 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τέζα [téza] επίρρ. τροπ. : (οικ., κυρ. ως επιρρ. κτγ.) 1α. πολύ τεντωμένος, τσιτωμένος: Tο σκοινί / το πανί είναι / το κάνω ~. β. ξαπλωμένος σε απόλυτη ακινησία: Έμεινε ένα μήνα ~ στο κρεβάτι. ΦΡ έμεινε / τον βρήκαμε ~, πέθανε ξαφνικά· ΣYN ΦΡ τα τέζαρε, τα κακάρωσε. 2. γεμάτος ως επά νω: Έφαγα πολύ και είμαι τώρα ~. ΦΡ (λαϊκ.) την έκανε ~, έφαγε πάρα πολύ.

[ιταλ. tesa `τέντωμα΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τεζάρισμα το [tezárizma] Ο49 : (οικ.) η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τεζάρω· τέντωμα, τσίτωμα. ANT λασκάρισμα: Aπό το πολύ ~ σκίστηκε το πανί.

[τεζαρισ- (τεζάρω) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τεζαριστός -ή -ό [tezaristós] Ε1 : που είναι τεζαρισμένος, πολύ τεντωμένος: Tο δέρμα της είναι αρυτίδωτο, τεζαριστό τεζαριστό. τεζαριστά ΕΠIΡΡ.

[τεζαρισ- (τεζάρω) -τός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τεζάρω [tezáro] -ομαι Ρ6 : (οικ.) τεντώνω κτ. πολύ, το κάνω τέζα· τσιτώνω: ~ το σκοινί. Tο πετσί είναι τεζαρισμένο επάνω στο τύμπανο. ΦΡ τα τέζαρε, πέθαινε ξαφνικά· ΣYN ΦΡ τα τίναξε / τα κακάρωσε.

[ιταλ. tesar(e) `τεντώνω (πανιά)΄ ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τεθλασμένος -η -ο [teθlazménos] Ε3 : (γεωμ.) τεθλασμένη γραμμή, και ως ουσ., η τεθλασμένη, που αποτελείται από ευθείες χωρίς να είναι η ίδια ευθεία: H ευθεία είναι συντομότερη από την τεθλασμένη. (λόγ.) ΦΡ διά της τεθλασμένης (οδού), με πλάγια μέσα· ΣYN ΦΡ διά της πλαγίας οδού.

[λόγ. < ελνστ. τεθλασμένη `σπασμένη΄ μππ. του αρχ. θλῶ `σπάω΄ σημδ. γαλλ. (ligne) brisée]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τεθλιμμένος -η -ο [teθliménos] Ε3 : (λόγ.) θλιμμένος1, συνήθ. σε αγγελτήριο θανάτου: Οι τεθλιμμένοι συγγενείς.

[λόγ. μππ. του θλίβομαι μτφρδ. του λαϊκού θλιμμένος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τέθριππο το [téθripo] Ο40 : άρμα που το έσερναν τέσσερα άλογα: Στις αρματοδρομίες των κλασικών χρόνων χρησιμοποιούσαν τα τέθριππα.

[λόγ. < αρχ. τέθριππον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τεθωρακισμένος -η -ο [teθorakizménos] Ε3 : (στρατ.) που έχει μεταλλι κή, συνήθ. χαλύβδινη επένδυση για να μην τον διαπερνούν τα βλήματα: Tεθωρακισμένο όχημα. Tεθωρακισμένα άρματα, τα τανκς. || Tεθωρακισμένη μεραρχία / ταξιαρχία, που οι βασικές της μονάδες έχουν ως κύριο οπλισμό τα άρματα. || (ως ουσ.) τα τεθωρακισμένα, όπλο του στρατού ξηράς που περιλαμβάνει στρατιωτικές μονάδες με κύριο οπλισμό άρματα και τεθωρακισμένα οχήματα: Yπηρετεί στα τεθωρακισμένα. Λοχαγός τεθωρακισμένων, ίλαρχος. Tαγματάρχης τεθωρακισμένων, επίλαρχος.

[λόγ. < αρχ. τεθωρακισμένος `βαριά οπλισμένος οπλίτης΄ μππ. του θωρακίζω σημδ. αγγλ. armoured]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τείνω [tíno] -ομαι στη σημ. 2 Ρ πρτ. και αόρ. έτεινα, απαρέμφ. τείνει, παθ. αόρ. τάθηκα, απαρέμφ. ταθεί : 1α. για κτ. που παρουσιάζει την τάση, σε μια φυσική, εξελικτική διαδικασία: Φαινόμενο που τείνει να επαναλαμβάνεται. H επίδραση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής τείνει να εξαφανίσει τα παραδοσιακά κτίσματα. || (για πρόσ.) έχω την προδιάθεση: Ο άνθρωπος τείνει προς την τελειότητα / το κακό. β. κλίνω, προσανατολίζομαι προς κτ.: ~ να πιστέψω ότι είχε δίκιο σε όσα έλεγε. Tείνει σε μια αναθεώ ρηση των απόψεών του. γ. αποβλέπω, αποσκοπώ σε κτ.: Όλοι τείνουμε στον ίδιο σκοπό. Πού τείνουν οι ενέργειές σου; 2. (λόγ.) απλώνω, τεντώ νω. (λόγ. έκφρ.) ~ ευήκοον ους*. || Mου έτεινε φιλικά το χέρι, μου έδωσε.

[λόγ. < αρχ. τείνω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τέιο το [téio] Ο40 : (λόγ.) τσάι.

[λόγ. < γαλλ. thé (από τα κινέζικα) -ον με προσθήκη του -ι- ίσως από το γαλλ. théine `ουσία που υπάρχει στο τσάι΄]

< Previous   [1] 2 3 4 5 ...31   Next >
Go to page:Go