Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: τέτοιος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
τέτοιος -α -ο [tétxos] Ε4 αντων. δεικτ. : κυρίως σε θέση επιθέτου· τη χρησιμοποιεί ο ομιλητής για να δηλώσει την ποιότητα του ουσιαστικού. 1α. για να δείξει την ένταση, το μέγεθος, την αξία: Tέτοιο κρύο / τέτοια ζέστη δεν έχει ξανακάνει. Ένα τέτοιο βουνό! Ένας ~ επιστήμονας έχει παγκόσμια αναγνώριση. Mια τέτοια μέρα, γιορταστική, σημαντική. || (μειωτ.): Tι περιμένεις, ~ που είναι! || Tέτοια ώρα έρχεσαι στη δουλειά;, περασμέ νη. β. με δευτερεύουσα συμπερασματική πρόταση που εισάγεται με το που / ώστε: Οι σχέσεις τους έφτασαν σε τέτοιο σημείο, που δεν μπορούν άλλο να ζήσουν μαζί. γ. (προφ., συχνά με παράλειψη του ουσιαστικού που εννοείται) για να δείξουμε την ομοιότητα· παρόμοιος, σχετικός: Δεν άκουσα τίποτε τέτοιο. ~ είσαι, τέτοια κάνεις. Δεν έχει τέτοια εδώ· εμείς έχουμε πειθαρχία. (έκφρ.) πού τέτοιο πράγμα*! ΦΡ τέτοια ώρα, τέτοια λόγια, για κτ. που λέγεται ή και γίνεται σε ακατάλληλη στιγμή. 2. (ως ουσ., προφ.) α. και στα τρία γένη, όταν δε θυμόμαστε κτ. ή όταν δε θέλουμε ή δεν μπορούμε να αναφέρουμε ένα συγκεκριμένο όνομα· αποτέτοιος: Πού το ΄βαλες το τέτοιο; Tι σου είπε η τέτοια; β. ο τέτοιος, παθητικός ομοφυλόφιλος· τοιούτος: Aυτός είναι ~.

[ελνστ. τοῖος (ίσως διαφ. από το αρχ. ποιητ. τοῖος, ως νέα δημιουργία με βάση το ποῖος, αναλ. προς τα πότε - τότε) > μσν. ετοίος (αναλ. προς τα εκείνος, εσύ) > έτοιος (κατά το σχ.: ποίος - όποιος) > τέτοιος (αναλ. προς το τούτος)]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go