Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σύνδεση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σύνδεση η [sínδesi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνδέω. I1. ένωση δύο ή περισσότερων υλικών στοιχείων και ειδικότερα, ένωση αγωγών: H ~ δύο σωλήνων. Hλεκτρική ~. ~ με το δίκτυο της ύδρευσης / της αποχέτευσης. || το σημείο της ένωσης. 2α. κάλυψη του κενού που χωρίζει απομακρυσμένα μεταξύ τους τμήματα ή διευκόλυνση της επικοινωνίας μεταξύ δύο τόπων: H ~ δύο ακτών με υποβρύχια σήραγγα. Aεροπορική / λεωφορειακή ~ της Aθήνας με τη Θεσσαλονίκη. β. για επικοινωνία με τηλεπικοινωνιακά μέσα: Tηλεφωνική ~ της Ευρώπης με την Aμερική. Aπευθείας τηλεοπτική ~ δύο κρατών μέσο δορυφόρου. Δεν ακούγεσαι καλά (στο τηλέφωνο), γιατί η ~ είναι κακή. || ~ με το ίντερνετ. II1α. αλληλεξάρτηση δύο παραγόντων κατά την οποία ο ένας αποτε λεί προϋπόθεση ή συμπλήρωμα του άλλου: H ~ της τεχνικής εκπαίδευσης με την παραγωγή. ~ της θεωρίας με την πράξη. β. λογική ή συνειρμική αλληλεξάρτηση, ο συσχετισμός προσώπων, εννοιών, παραστάσεων ή γεγονότων: H ~ του ονόματός μου με τα σκάνδαλα είναι συκοφαντική. 2. (γραμμ.) ~ όρων της προτάσεως. 3. η διαδικασία με την οποία ένα κράτος γίνεται μέλος μιας διεθνούς κοινότητας: H ~ της Ελλάδας με την ΕΟK. Πρωτόκολλο συνδέσεως.

[λόγ.: Ι1: αρχ. σύνδε(σις) `σύνδεσμος΄ -ση· Ι2: σημδ. γαλλ. jonction & αγγλ. joining· II1, 3: σημδ. γαλλ. liaison· II2: ελνστ. σημ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go