Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σύγκριση
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σύγκριση η [síŋgrisi] Ο33 : η ενέργεια του συγκρίνω, η ταυτόχρονη και παράλληλη εξέταση πραγμάτων ή προσώπων για να διαπιστωθούν οι ομοιότητες και οι διαφορές τους, τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματά τους: Aν κάνεις τη ~ ανάμεσα στα ελληνικά και στα ξένα προϊόντα θα βεβαιωθείς ότι δεν υπάρχει διαφορά. H ~ των δύο υποψηφίων αποβαίνει εις βάρος του δευτέρου. || Σε ~ με, συγκριτικά με: Ο φετινός χειμώνας ήταν ήπιος σε ~ με τον περσινό. Οι δικοί μου μαθητές είναι πιο προχωρημένοι σε ~ με τους δικούς σου. (έκφρ.) ούτε ~ / δε χωράει ~ / δεν υπάρχει ~, για πράγματα ή για πρόσωπα τελείως ανόμοια ποιοτικά, όταν το ένα υστερεί ή υπερέχει πολύ σε σχέση με το άλλο: Δεν υπάρχει ~, το καλοριφέρ θερμαίνει καλύτερα από τη σόμπα. μέτρο συγκρίσεως, αναφορά σε κπ. ή σε κτ. με το(ν) οποίο συγκρίνουμε κπ. ή κτ. άλλο: Aυτός είναι τέλειος, δεν υπάρχει μέτρο συγκρίσεως για να τον κρίνεις. αντέχω* στη ~ με κπ.

[λόγ. < ελνστ. σύγκρι(σις) -ση, αρχ. σημ.: `συνδυασμός΄]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go