Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σωλήνα
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σωληνάριο το [solinário] Ο42 : 1.μικρός, συνήθ. γυάλινος σωλήνας, κλειστός στο ένα άκρο, που χρησιμοποιείται ως θήκη κυρίως για ταμπλέτες, χάπια κτλ. 2. μικρή σωληνοειδής θήκη από εύκαμπτο υλικό για παχύρρευστες ουσίες, όπως π.χ. για αλοιφές, κρέμες κτλ., οι οποίες βγαίνουν στην επιθυμητή ποσότητα όταν πιεστεί κατάλληλα η θήκη: ~ με οδοντόκρεμα.

[λόγ. < ελνστ. σωληνάριον `μικρός σωλήνας΄ υποκορ. του αρχ. σωλήν]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σωλήνας ο [solínas] Ο2 & σωλήνα η [solína] Ο25 : I1.κυλινδρικός, κοίλος και επιμήκης αγωγός, με σχετικά λεπτά τοιχώματα σε σχέση με τη διάμετρό του, που χρησιμοποιείται κυρίως για τη διοχέτευση υγρών και αερίων: Mεταλλικός / κεραμικός / λαστιχένιος / πλαστικός ~. Σωλήνες ύδρευσης / αποχέτευσης. ~ με / χωρίς ραφή, συγκόλληση. Δοκιμαστικός* ~. Παιδί του (δοκιμαστικού*) σωλήνα. Kαθοδικός* ~. Tριχοειδής* ~. Ποτίζω με το σωλήνα, με το λάστιχο. 2. για κτ. που μοιάζει με σωλήνα στο σχήμα ή και στη λειτουργία: ~ πυροβόλου όπλου, η κάννη του. Παντελό νι ~, πολύ εφαρμοστό στα πόδια. Ποτήρι ~, ψηλό. Στενός σαν ~. || (ανατ.) φυσιολογικός πόρος ή αγωγός: Πεπτικός / γεννητικός / αναπνευστικός ~. II. (ζωολ.) οστρακόδερμο με σωληνοειδές σώμα. σωληνάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. I1.

[I: μσν. *σωλήνας < αρχ. σωλήν, αιτ. -ῆνα· ΙΙ: μσν. σημ.· μσν. σωλήνα (μαρτυρείται στη σημ. για το οστρακόδερμο) μεταπλ. του σωλήνας σε θηλ. με βάση την αιτ.]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go