Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σφιχτά
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σφιχταγκαλιάζω [sfixtaŋgalázo] -ομαι Ρ2.1 : 1.αγκαλιάζω κπ. σφιχτά, κυρίως ως εκδήλωση θερμής αγάπης: Tο ζευγάρι περπατούσε σφιχταγκαλιασμένο. 2. (μτφ.) πιέζω κπ. πολύ, τον φέρνω σε μια κατάσταση πολύ δύσκολη ή επικίνδυνη, από την οποία δεν μπορεί να γλιτώσει: Ο φασισμός είχε σφιχταγκαλιάσει τις χώρες της Ευρώπης.

[σφιχτ(ά) + αγκαλιάζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σφιχταγκάλιασμα το [sfixtaŋgálazma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του σφιχταγκαλιάζω: Tο ~ του θανάτου, ο θανάσιμος κίνδυνος που απειλεί κπ.

[σφιχταγκαλιασ- (σφιχταγκαλιάζω) -μα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go