Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: συνταγή
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συνταγή η [sindají] Ο29 : 1α.γραπτή εντολή γιατρού προς φαρμακοποιό να δώσει σε ασθενή κάποιο φάρμακο ή ενδεχομένως και να το παρασκευάσει ο ίδιος: Γράφω / δίνω μία ~. Φάρμακα που δε δίνονται χωρίς ιατρική ~. || το χαρτί όπου είναι γραμμένη η παραπάνω ιατρική εντολή. β. οδηγίες για το είδος και για την ποσότητα των υλικών που είναι απαραίτητα για να γίνει ένα φαγητό ή ένα γλυκό, καθώς και για τον τρόπο της παρασκευής του: Θα σου δώσω μια εύκολη ~ για τυρόπιτα / για κουλουράκια. Bιβλίο συνταγών. 2. (μτφ., μειωτ.) τυποποιημένες οδηγίες για το πώς πρέπει να ενεργήσει ή να συμπεριφερθεί κάποιος: Δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές για την ευτυχία. Εφαρμόζει τη γνωστή ~ των απειλών και του ξύλου, για να πειθαρχήσει τους μαθητές του.

[λόγ.: 1α: ελνστ. συνταγή· 1β, 2: σημδ. γαλλ. recette]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go