Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: συνηθισμένος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συνηθισμένος -η -ο [siniθizménos] Ε3 μππ. του συνηθίζω : 1.για κπ. που έχει συνηθίσει να κάνει κτ., που είναι εξοικειωμένος με κτ.: Δεν είναι ~ να ξενυχτάει / να δουλεύει / να λέει ψέματα. ANT ασυνήθιστος. 2α. για κτ. που συμβαίνει, γίνεται ή χρησιμοποιείται συχνά ή σε τακτά χρονικά διαστήματα: Οι βροχές είναι συνηθισμένο φαινόμενο το φθινόπωρο. H γρίπη είναι μια συνηθισμένη αρρώστια. ANT ασυνήθιστος, σπάνιος. Έκανε το συνηθισμένο του περίπατο. Θα έρθω τη συνηθισμένη ώρα / μέρα. β. για κπ. που συχνάζει κάπου: Στο καφενείο ήταν οι συνηθισμένοι πελάτες. γ. που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαίτερη ιδιότητα ή ποιότητα· κοινός4. ANT σπάνιος: Οι ιδιοφυείς δεν είναι συνηθισμένοι άνθρωποι. Ένα συνηθισμένο σπίτι, τίποτε το εξαιρετικό. Ήταν μια συνηθισμένη παράσταση, σαν αυτές που μπορεί να παρακολουθήσει κανείς σε οποιοδήποτε θέατρο της σειράς. || (ως ουσ.) το συνηθισμένο, ό,τι γίνεται συνήθως, ό,τι θεωρείται ως κανόνας και συχνά και ό,τι δεν παρουσιάζει κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον: Ο συνωστισμός στην κεντρική αγορά είναι κάτι το συνηθισμένο. Aυτό το κρεβάτι είναι φαρδύτερο από το συνηθισμένο. Πρωτότυπη δουλειά που ξεφεύγει από τα συνηθισμένα. Tι νέα; - Tίποτε, τα συνηθισμένα. (έκφρ.) (άρχισε πάλι) τα συνηθισμένα του, για τις συνηθισμένες αξιόμεμπτες ή ενοχλητικές πράξεις ή αντιδράσεις ενός προσώπου.

[μππ. του συνηθίζω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go