Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: συνδυασμός
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
συνδυασμός ο [sinδiazmós] Ο17 : I.η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του συνδυάζω. 1α. συνένωση ή συνύπαρξη στοιχείων όμοιων ή ανόμοιων, με τέτοιον τρόπο, ώστε το ένα να συμπληρώνει και να ενισχύει το άλλο: Συσκευή που είναι ~ τηλεφώνου και ραδιοφώνου. Ο ~ της σωστής διατροφής και της άθλησης συντελεί στη διατήρηση της υγείας. Aυτό το αυτοκίνητο είναι ένας τέλειος ~ προηγμένης τεχνολογίας και χαμηλής τιμής. (ειρ.) Άνθρωπος / ενέργεια που είναι ~ βλακείας και θράσους. Ο τουρισμός σε συνδυασμό με την αγροτική παραγωγή εξασφαλίζει ένα υψηλό εισόδημα. || (γλωσσ.) φαινόμενο κατά το οποίο δύο γειτονικοί φθόγγοι ή δύο γλωσσικές ενότητες συνάπτονται οργανικά μεταξύ τους: Aπό το συνδυασμό των φωνημάτων σχηματίζονται οι λέξεις και από το συνδυασμό των λέξεων οι προτάσεις. β. αρμονική διευθέτηση πραγμάτων: H φούστα και η μπλούζα είναι ένας πρακτικός ~. Ο ~ του μαύρου με το άσπρο είναι διακριτικός και κλασικός. γ. συσχετισμός για εξαγωγή συμπεράσματος: Aυτά που είδα σε συνδυασμό και με όσα άκουσα με έπεισαν για την ενοχή του. 2α. (μαθημ.) ~ μ πραγμάτων ανά ν, οι διάφοροι τρόποι με τους οποίους μπορούμε από μ πράγματα να λάβουμε ν πράγματα, έτσι ώστε κάθε συνδυασμός να διαφέρει από τους άλλους ως προς τη φύση τού ενός τουλάχιστον πράγματος. β. μηχανικό σύστημα που αντιστοιχεί σε αριθμούς, η κατάλληλη επιλογή των οποίων επιτρέπει το άνοιγμα μιας κλειδαριάς ασφαλείας: Οι διαρρήκτες βρήκαν το συνδυασμό του χρηματοκιβωτίου και το άνοιξαν. II. το σύνολο των υποψηφίων ενός κόμματος ή μιας συνδικαλιστικής παράταξης που ανήκουν στην ίδια εκλογική περιφέρεια και που περιλαμβάνονται στο ίδιο ψηφοδέλτιο: Tα κόμματα καταρτίζουν τους (εκλογικούς) συνδυασμούς τους.

[λόγ. < αρχ. συνδυασμός `ένωση δύο προσώπων ή πραγμάτων΄ σημδ. γαλλ. combinaison & αγγλ. combination]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go