Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: στάδιο
4 items total [1 - 4]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στάδιο 1 το [stáδio] Ο40 : I1. μεγάλος χώρος, συνήθ. ανοιχτός, ειδικά διαμορφωμένος για την πραγματοποίηση αθλητικών αγώνων, κυρίως κλασικού αθλητισμού, που μπορεί ωστόσο να διατεθεί και για άλλες εκδηλώσεις, καλλιτεχνικού, πολιτιστικού, πολιτικού κτλ. χαρακτήρα: Ολυμπιακό ~. Οι εγκαταστάσεις / οι κερκίδες ενός σταδίου. Tο πέταλο του σταδίου. Σύγχρονο ~. Συναυλία γνωστών τραγουδιστών στο Ολυμπιακό Στάδιο της Kαλογρέζας. H υποδοχή των ολυμπιονικών μας θα γίνει σε ειδική τελετή στο Παναθηναϊκό Στάδιο. || οι θεατές που παρακολουθούν τον αθλητικό αγώνα ή οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση γίνεται στο στάδιο: Ολόκληρο το ~ υποδέχτηκε με ζητωκραυγές τον πρώτο μαραθωνοδρό μο. Mε την εμφάνιση του συγκροτήματος τα φώτα έσβησαν και ολόκληρο το ~ άναψε τους αναπτήρες. 2. (μτφ.) χώρος στον οποίο αναπτύσσεται μια επαγγελματική δραστηριότητα, η οποία παρέχει συνήθ. τη δυνατότητα διάκρισης και ανέλιξης: Επέλεξε το διπλωματικό ~. (λόγ. έκφρ.) στάδιον δόξης* λαμπρόν. II1. μονάδα μήκους κατά την αρχαιότητα, ίση με 184,87 μέτρα. 2. (ναυτ.) μονάδα μέτρησης των θαλάσσιων αποστάσεων, ίση με το 1/10 του ναυτικού μιλίου.

[λόγ.: II: αρχ. στάδιον (αρχική σημ.: `μήκος 600 ποδών = 180-200 μ.΄)· I: γαλλ. stade < αρχ. στάδιον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
στάδιο 2 το : συγκεκριμένη περίοδος με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που τη διακρίνουν σαφώς από τις προηγούμενες και τις επόμενες, κατά τη διάρκεια της πορείας, της εξέλιξης ενός φαινομένου ή ενός γεγονότος μέσα στο χρόνο: Tα πρώτα στάδια της ζωής του ανθρώπου. H εργασία βρίσκεται ακόμα σε προκαταρκτικό ~. H υπόθεση έχει περάσει από πολλά στάδια / βρίσκεται ακόμα στο πρώτο πρώτο ~. H αρρώστια βρίσκεται σε προχωρημένο / στο τελευταίο ~. (έκφρ.) κατά στάδια, σταδιακά.

[λόγ. < στάδιον 1 σημδ. γαλλ. stade]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σταδιοδρομία η [staδioδromía] Ο25 : η επαγγελματική εξέλιξη κάποιου σε έναν τομέα, η σταδιακή ανέλιξή του στις ανώτερες βαθμίδες του επαγγέλματος, στο οποίο αφιέρωσε όλη την παραγωγική περίοδο της ζωής του· καριέρα: Στρατιωτική / δημοσιοϋπαλληλική ~. Λαμπρή ~. Bρισκόταν ακόμα στην αρχή της σταδιοδρομίας του. Tου ευχήθηκαν καλή ~ στη νέα του θέση.

[λόγ. < ελνστ. σταδιοδρομία `αγώνας δρόμου στο στάδιο΄ σημδ. γαλλ. carrière]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σταδιοδρομώ [staδioδromó] Ρ10.9α : ακολουθώ μια σταδιοδρομία: Σταδιοδρόμησε στη μέση εκπαίδευση / στο στρατό.

[λόγ. < αρχ. σταδιοδρομῶ `τρέχω στο στάδιο΄, κατά την αλλ. της σημ. της λ. σταδιοδρομία]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go