Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σκύλο
12 items total [1 - 10]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκυλο- [silo] & σκυλό- [siló], όταν κατά τη σύνθεση ο τόνος ανεβαίνει στο α' συνθετικό : α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις: 1. δηλώνει ότι αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό ανήκει ή αναφέρεται στο σκύλο: ~καβγάς, ~παρέα, σκυλότριχα. 2. (προφ., υβρ.) για άνθρωπο δύσμορφο, άσχημο γενικά ή όσον αφορά το μέρος του σώματος που εκφράζει το β' συνθετι κό: ~δόντης, ~μούρης, ~μούτσουνος. 3. (προφ.) α. χαρακτηρίζει υπερβολικά μειωτικά αυτό που εκφράζει το β' συνθετικό: ~ζωή, σκυλόμουτρο, ~παρέα. || σκυλόβηχας. β. επιτείνει την αρνητική σημασία που συνήθ. εκφράζει το β' συνθετικό: ~βαριέμαι., ~βρίζω. 4. χρησιμοποιείται στην κοι νή ονομασία ζώων, φυτών κτλ.: ~ασβός· σκυλόχορτο· σκυλόψαρο.

[μσν. σκυλο- θ. του ουσ. σκύλ(ος), σκυλ(ί) -ο- ως α' συνθ.: μσν. σκυ λό-μυγα, σκυλο-πνίκτης, σκυλο-κρόμμυδο]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκυλοβαριέμαι [skilovarjéme] Ρ10.5β : (οικ.) βαριέμαι πάρα πολύ.

[σκυλο- + βαριέμαι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκυλοβρίζω [skilovrízo] -ομαι Ρ2.1 : (οικ.) βρίζω κπ. πολύ και άσχημα: Mε σκυλόβρισε καλά καλά… || (μόνο πληθ.) για πρόσωπα που το ένα βρίζει το άλλο: Σκυλοβριστήκαμε.

[σκυλο- + βρίζω]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκυλοβρίσιμο το [skilovrísimo] Ο50 : (οικ.) βρίσιμο με ιδιαίτερα προσβλητικά λόγια: Ύστερα από τέτοιο ~ πού να τολμήσει να εμφανιστεί.

[σκυλο- + βρίσιμο]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκυλόδοντο το [skilóδondo] Ο41 : (οικ.) ο κυνόδοντας. || μεγάλο και μυτερό δόντι.

[σκυλο- + δόντ(ι) -ο (πρβ. αρχ. κυνόδους ίδ. σημ.)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκυλοκαβγάς ο [skilokavγás] Ο1 : 1. (οικ.) καβγάς ανάμεσα σε σκύλους. 2. (μτφ.) μεγάλος καβγάς, συνήθ. με δυνατές φωνές.

[σκυλο- + καβγάς]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκυλολόι το [skilol(ói)] Ο45 : (υβρ.) χαρακτηρισμός ομάδας ανθρώπων ελεεινών και διεφθαρμένων: M΄ αυτό το ~ που έμπλεξες…

[σκυλο- + -λόι]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκυλομούρης ο [skilomúris] Ο11 θηλ. σκυλομούρα [skilomúra] Ο25α : (υβρ.) χαρακτηρισμός πολύ άσχημου ανθρώπου.

[σκυλο- + μούρ(η) -ης· σκυλομούρ(ης) -α]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκυλοπνίχτης ο [skilopníxtis] Ο10 : (οικ.) χαρακτηρισμός πολύ παλιού και επομένως πολύ επικίνδυνου καραβιού.

[σκυλο- + πνικ- (πνίγω) -της με ανομ. τρόπου άρθρ. [kt > xt] ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σκύλος 1 ο [skílos] Ο18 θηλ. σκύλα [skíla] Ο25α : 1. σαρκοφάγο τετράποδο, εξημερωμένο και κατοικίδιο, το σκυλί: Άγριοι σκύλοι. Προσοχή! ο ~ δαγκώνει! Ο ~ γαβγίζει. ΦΡ δε γνωρίζει ο ~ τον αφέντη* του. σαν το σκύλο με τη γάτα*. γίνομαι ~, σκυλιάζω, πεισμώνω ή θυμώνω πολύ. ΠAΡ ΦΡ από μπρος κάνει το φίλο και από πίσω* το σκύλο. ΠAΡ Mπάτε / μπέστε σκύλοι αλέστε* (κι αλεστικά μη δώστε). (Θέλει) και την πίτα* ολόκληρη / σωστή / αφάγωτη και το σκύλο χορτάτο. Tο ΄παμε του σκύλου μας κι εκείνος της ουράς* του. (γνωμ.) άσπροι σκύλοι, μαύροι σκύλοι, όλοι οι σκύλοι μια γενιά, ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά, όταν γενικεύουμε μια αρνητική κρίση ξεκινώντας από μεμονωμένες περιπτώσεις. 2. (μτφ.) άνθρωπος άσπλαχνος. σκυλάκι το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1. σκυλίτσα η YΠΟKΟΡ στη σημ. 1. σκύλαρος ο MΕΓΕΘ στη σημ. 1.

[ελνστ. ή μσν. σκύλος < αρχ. θ. σκυλ- (πρβ. σκύλαξ, σκυλάκιον `κουτάβι΄) -ος· σκύλ(ος) -α· σκύλ(α) -ίτσα· σκυλ(ί) -αρος]

< Previous   [1] 2   Next >
Go to page:Go