Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σης
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σησαμέλαιο το [sisaméleo] Ο41 : λάδι το οποίο παράγεται από το σουσάμι.

[λόγ. < ελνστ. σησάμ(η) (δες στο σουσάμι) + -έλαιον]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σησάμι το [sisámi] Ο44 : σουσάμι.

[λόγ. < ελνστ. σησάμ(ιον) -ι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go