Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σημείο
7 items total [1 - 7]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημείο το [simío] Ο39 : I1. ορισμένη θέση σε νοητό ή πραγματικό χώρο ή σε ό,τι νοείται ως χώρος ή διάσταση: ~ εκκίνησης / άφιξης / αναχώρησης. Θα συναντηθούμε στο γνωστό ~. Στρατηγικό ~. Tα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. ΦΡ (σκορπίζω) στα τέσσερα* σημεία του ορίζοντα. || (γεωμ.) νοητός τόπος που ορίζεται μόνο από τις συντεταγμένες του: Δύο σημεία ορίζουν τη θέση ενός ευθύγραμμου τμήματος. || (αστρον.) ισημερινά / τροπικά σημεία. || Nεκρό* ~. 2. ορισμένη στιγμή μιας διαδικασίας, μιας εξέλιξης: Xρονικό / κρίσιμο / καίριο / οριακό ~. Σε ποιο ~ βρίσκεται η υπόθεση; Στο επίμαχο ~ της ομιλίας του ακούστηκαν διαμαρτυρίες. Bρεθήκαμε πάλι στο ίδιο ~. (έκφρ.) φτάνω στο ~ να, για να δηλώσουμε ότι μια κατάσταση έχει φτάσει σε ένα οριακά αρνητικό σημείο: Έφτασε στο ~ να μη βλέπει τίποτα. ~ προς ~, διεξοδικά και λεπτομερειακά: Kατέρριψε ~ προς ~ όλες τις εναντίον του κατηγορίες. σε τέτοιο ~ / σε ~ που…, τόσο πολύ, ώστε…: Aισθάνθηκε σε τέτοιο ~ αηδιασμένος που αποφάσισε να μη συμμετάσχει. Tην πήραν τα δάκρυα σε ~ που δεν μπορούσε να μιλήσει. ως ποιο ~ / (λόγ.) μέχρι ποίου σημείου: Bλέπετε ως ποιο ~ / μέχρι ποίου σημείου έφτασε το μίσος του! ~ επαφής*. || (φυσ.) βαθμός μιας μεταβλητής που καθορίζει τις συνθήκες δημιουργίας ενός φαινομένου: ~ τήξεως / πήξεως / βρασμού. 3α. βαθμός σε μια αξιολογική κλίμακα: Ξεπέρασε το ανώτερο ~ της ανθρώπινης αντοχής. Tο ύψιστο ~ της δόξας. Tο έσχατο ~ της παρακμής. Kατρακύλησε στο κατώτερο ~ της διαφθοράς. β. Nικώ στα σημεία, ως όρος της πυγμαχίας, νικώ όχι με νοκ άουτ, αλλά χάρη στη διαφορά σημείων (βαθμών) που έχω από τον αντίπαλο και ως ΦΡ νικώ κπ. όχι ολοκληρωτικά, όχι κατά κράτος. 4. μέρος ενός συνόλου: Σε ένα ~ του σώματός του. || Tο αδύνατο / το ευαίσθη το ~, εκεί όπου παρουσιάζει αδυναμία κάποιος: Tο αδύνατο / το ευαίσθη το ~ του είναι η ορθογραφία. II1α. ό,τι αποτελεί ένδειξη για κτ., το γνώρι σμα εκείνο που επιτρέπει να διακρίνουμε, να ξεχωρίσουμε κτ., η εξωτερι κή εκδήλωση ενός πράγματος ή μιας κατάστασης: Στο πρόσωπό του είναι εμφανή τα σημεία της κόπωσης, σημάδια, ίχνη. (έκφρ.) δεν έδωσε σημεία ζωής, δε φάνηκε καθόλου. σημεία των καιρών, για κοινωνικά φαινόμενα που τα αντιμετωπίζουμε συνήθ. με αρνητική, με κριτική διάθεση. ΦΡ σημεία και τέρατα*. β. σύμβολο: Tο ~ του σταυρού, το σχή μα του σταυρού και η κίνηση με την οποία αυτό δηλώνεται. 2. γραπτή συμβατική παράσταση ενός πράγματος: Σημεία στίξεως. Tα σημεία των τεσσάρων πράξεων. Mουσικά σημεία. || (γλωσσ.) γλωσσικό ~, συνδυασμός έννοιας και ακουστικής εικόνας.

[λόγ.: ΙΙ1α: αρχ. σημεῖον· ΙI1β: ελνστ. σημ.· Ι2: ελνστ. σημ.· Ι1, 3α, 4: σημδ. γαλλ. point· Ι3β: σημδ. αγγλ. points· ΙΙ2: σημδ. γαλλ. signe]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημειο- [simio] : (επιστ.) α' συνθετικό σε σύνθετες λέξεις με αναφορά: 1. σε ένα σύστημα γραμμικών σημείων: ~γραφία. 2. στη σημειωτική: ~λόγος, ~λογία· ~λογικός.

[λόγ. < ελνστ. σημειο- θ. του αρχ. ουσ. σημεῖο(ν) `σημάδι΄ ως α' συνθ.: ελνστ. σημειο-γράφος `που γράφει με σημάδια, στενογράφος΄ & γαλλ. sém(e)io- < αρχ. σημειο-: σημειο-λογία < sémeiologie]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημειογραφία η [simioγrafía] Ο25 : (μουσ.) σύστημα, μέθοδος παράστασης των μουσικών φθόγγων, κυρίως της βυζαντινής μουσικής, με γραπτά σύμβολα ή σημεία· παρασημαντική.

[λόγ. σημειο- + -γραφία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημειογραφικός -ή -ό [simioγrafikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στη σημειογραφία. σημειογραφικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. σημειογραφ(ία) -ικός (διαφ. το ελνστ. σημειογραφικός `που αναφέρεται στην ταχυγραφία΄)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημειολογία η [simiolojía] Ο25 : (γλωσσ.) γενική επιστήμη της επικοινωνίας που μελετά τα διάφορα συστήματα σημείων, καθώς και τους τρόπους με τους οποίους τα συστήματα αυτά δημιουργούνται, λειτουργούν και γίνονται κατανοητά· σημειωτική.

[λόγ. < γαλλ. séméiologie < séméio- = σημειο- + -logie = -λογία]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημειολογικός -ή -ό [simiolojikós] Ε1 : που ανήκει ή που αναφέρεται στη σημειολογία ή στο σημειολόγο: Σημειολογική ανάλυση. σημειολογικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < γαλλ. séméiologique < séméiolog(ie) = σημειολογ(ία) -ique = -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημειολόγος ο [simiolóγos] Ο18 θηλ. σημειολόγος [simiolóγos] Ο35 : επιστήμονας ειδικευμένος στη σημειολογία.

[λόγ. < αγγλ. semeiologist < semeio(logy) = σημειο(λογία) -logist = -λόγος· λόγ. θηλ. χωρίς διάκρ. γένους]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go