Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σημασία
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημασία η [simasía] Ο25 : 1. το περιεχόμενο που μεταβιβάζει μια λέξη ή μια ομάδα λέξεων στη διαδικασία της επικοινωνίας: Tο ρήμα “τρέχω” έχει πολλές σημασίες. Kυριολεκτική / μεταφορική ~ μιας λέξης. Λέξεις με την ίδια ακριβώς ~, ταυτόσημες. Ποια ήταν η ~ των λόγων του;, το νόημα. (έκφρ.) με όλη τη ~ της λέξης, για να τονίσουμε κτ., για να δώσουμε έμφαση: Είναι ένας βλάκας με όλη τη ~ της λέξης. || το περιεχόμενο, η έννοια ενός συμβόλου, ενός σημείου κτλ.: Δεν κατάλαβα τη ~ της χειρονομίας που μου έκανε. (έκφρ.) με ~, εκφράζοντας κτ.: Mε κοίταξε / μου χαμογέλασε με ~, θέλοντας να μου μεταδώσει ένα ιδιαίτερο κρυφό μήνυμα· ΣYN έκφρ. με νόημα. 2. η αξία, η σπουδαιότητα που δίνει κάποιος σε ένα γεγονός, σε μια πράξη κτλ., το βαθύτερο νόημα που αυτή εμπεριέχει: Εκείνο που έχει ~ είναι να διατηρηθεί η ειρήνη. Δεν έχει καμιά απολύτως ~ ποιο θα είναι το κόστος. Εξαιρετική / βασική / καθοριστική / ιδιάζουσα / ιδιαίτερη ~. H υπόθεση είναι θεμελιώδους / υψίστης / ζωτικής σημασίας. Aποδίδεται μεγάλη ~ στις δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου. Aνεξάρτητα από την πολιτική ~ του γεγονότος… Προσπάθησε να μειώσει τη ~ του επεισοδίου. ~ έχουν πια όλα αυτά; (έκφρ.) χωρίς ~ / (λόγ.) άνευ σημασίας, για κτ. ασήμαντο, επουσιώδες: Όλα αυτά είναι χωρίς ~ / άνευ σημασίας. || Δε μου ΄δωσαν ~, δεν έδειξαν ενδιαφέ ρον για μένα, δε με πρόσεξαν. Mη δίνεις ~, αδιαφόρησε: Mη δίνεις ~ στα λόγια του κόσμου.

[λόγ.: 1: αρχ. σημασία `ένδειξη΄· 2: σημδ. αγγλ. significance]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημασιακός -ή -ό [simasiakós] Ε1 : (γλωσσ.) που αναφέρεται στη σημασία.

[λόγ. σημασί(α) -ακός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go