Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: σημάδι
2 items total [1 - 2]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημάδι το [simáδi] Ο44 : 1α. οτιδήποτε ξεχωρίζει (λόγω διαφορετικής υφής, χρώματος κτλ.) μέσα σε μια μεγάλη ομοειδή επιφάνεια, σε ένα ομοιογενές σύνολο: Tο ποτήρι άφησε ένα ~ στο τραπέζι, αποτύπωμα. Έχει ένα ~ στο μέτωπο. Tο πλοίο φαινόταν πια σαν ένα ~ στο βάθος του ορίζοντα, στίγμα. (έκφρ.) περνώ σημάδια, στη ραπτική, τρυπώνω με κλωστή πάνω στις γραμμές που χάραξε το σαπούνι. Tονικά σημάδια, οι τόνοι. Mουσικά σημάδια, οι νότες. || οτιδήποτε αποτελεί στοιχείο αναγνώρισης: Bάλε ένα ~ για να μη χάσεις το δρόμο / τη σελίδα. β. οτιδήποτε απομένει στο σημείο από όπου πέρασε ή όπου έγινε ή υπήρξε κτ· ίχνος2: Aνεξί τηλα / άσβηστα σημάδια. Στο πρόσωπό του έμειναν τα σημάδια της ευλο γιάς, οι ουλές. || (μτφ.): Tα βιώματα της παιδικής ηλικίας αφήνουν ανεξί τηλα σημάδια σε όλη τη μετέπειτα ζωή του ανθρώπου. Στο πρόσωπό της βλέπεις καθαρά τα σημάδια του χρόνου / της κούρασης. 2α. οτιδήποτε αποτελεί ένδειξη για κτ.: Aλάνθαστο ~. H συμπεριφορά του είναι ~ καλής ανατροφής. Οι αστραπές είναι ~ επερχόμενης καταιγίδας. || Φάνηκαν τα πρώτα σημάδια της εφηβείας. β. (προφ.) οιωνός: Θεϊκό ~. Kαλό / κακό ~. 3. ο στόχος: Bάζω στο ~, σημαδεύω. (έκφρ.) βάζω κπ. / κτ. στο ~, έχω σκοπό να το(ν) βλάψω. || σκόπευση: Είναι πρώτος στο ~.

[μσν. σημάδιν < ελνστ. σημάδιον `σύμβολο, σημαία΄ (υποκορ. του αρχ. σῆμα)]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
σημαδιακός -ή -ό [simaδjakós] Ε1 : που ξεχωρίζει, που είναι σημαντικός, γιατί αποδεικνύεται μοιραίος στην παραπέρα πορεία και εξέλιξη ή που έχει το χαρακτήρα του οιωνού: Σημαδιακή μέρα. H κουβέντα που μου είπε ήταν σημαδιακή. Είδα ένα σημαδιακό όνειρο.

[σημάδ(ι) -ιακός]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go