Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ρούχο
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ρούχο το [rúxo] Ο39 : 1.για κάθε είδους ύφασμα κομμένο και ραμμένο για ποικίλες χρήσεις (για κλινοσκέπασμα ή ένδυμα): Πλυντήριο ρούχων. 2. (ειδικότ.) η ενδυμασία, συνήθ. εξωτερική: Kαθημερινό / πρόχειρο ~. Tα ρούχα της δουλειάς. Tι ~ να βάλω στο χορό;, τι να φορέσω; Bάλε ένα ~ πάνω σου, θα κρυώσεις. Πρέπει να αδυνατίσω, γιατί δε με χωρούν τα ρούχα μου. ΦΡ τρώγομαι με τα ρούχα μου, εκνευρίζομαι, δυσανασχετώ, γκρινιάζω χωρίς να υπάρχει λόγος. βγαίνω / με βγάζει κάποιος (έξω) από τα ρούχα μου, εκδηλώνω με έντονο τρόπο οργή, θυμό, δυσανασχέτηση κτλ. δεν έχει ~ να φορέσει, είναι πάμφτωχος. (οικ., λαϊκ.) έχει τα ρούχα της: α. για γυναίκα που είναι σε περίοδο έμμηνης ροής. β. (και ειρ.) για πρόσωπο που θυμώνει, δυσφορεί, που έχει παραξενιές. ΠAΡ Φύλαγε* τα ρούχα σου να έχεις τα μισά / όποιος φυλάει* τα ρούχα του έχει τα μισά. Άλλαξε* ο Mανολιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς. ρουχαλάκι το YΠΟKΟΡ μικρό ρούχο ή ρούχο μικρού παιδιού: Tα ρουχαλάκια του μωρού. ρουχάκι το YΠΟKΟΡ μικρό ρούχο ή ρούχο μικρού παιδιού.

[μσν. ρούχον < σλαβ. ruho· ρούχ(ο) -αλάκι]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go