Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: ράθυμος
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
ράθυμος -η -ο [ráθimos] Ε5 : α.(για κίνηση, ενέργεια) που γίνεται με ρυθμό αργό, τέτοιον που δείχνει έλλειψη διάθεσης για εργασία, δράση· νωθρός, νωχελικός, τεμπέλικος: Προχωρούσαν με αργές, ράθυμες κινήσεις. β. (για έμψ.) που από το ρυθμό των κινήσεών του φαίνεται ότι δεν έχει διάθεση για ενέργεια, δράση· νωθρός, οκνός: Έσερναν την άμαξα δυο ράθυμα βόδια. ράθυμα ΕΠIΡΡ αργά και βαριεστημένα, αργά και νωχελικά ή τεμπέλικα.

[αρχ. ῥᾴθυμος]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go