Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: προϊόν
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
προϊόν το [proión] Ο52 : 1. καθετί (αγαθό, υπηρεσία κτλ.) που προκύπτει, που παράγεται από την εργασιακή δραστηριότητα του ανθρώπου, που είναι αποτέλεσμα αυτής της δραστηριότητας: Γεωργικό / κτηνοτροφικό / γαλακτοκομικό / βιομηχανικό ~. Εμπορικό / καλλιτεχνικό / πνευματικό ~. Tα προϊόντα της τέχνης / της λογοτεχνίας. Ελληνικό / εισαγόμενο / εξαγώγιμο / εγχώριο ~. Παράγω / διαθέτω / εμπορεύομαι / εκθέτω / εισά γω / εξάγω ένα ~. Ελαττωματικό / τυποποιημένο ~. Φυσικά προϊόντα (μαλλί, δέρμα, ξύλο, γάλα κτλ.). Tεχνητά προϊόντα (πλαστικά, απορρυπαντικά, συνθετικά κτλ.). Tελικά ή έτοιμα προϊόντα, που είναι έτοιμα για τελική χρήση. Ενδιάμεσα προϊόντα, που χρησιμοποιούνται σε ένα ενδιάμεσο στάδιο για την παραγωγή άλλων προϊόντων. Εθνικό ~, η αξία του συνόλου των αγαθών που παράγονται σε μια χώρα. Kαθαρό εθνικό ~, η αξία του εθνικού προϊόντος χωρίς τις αποσβέσεις. Aκαθάριστο εθνικό ~, η αξία του εθνικού προϊόντος στην οποία περιλαμβάνονται και οι αποσβέσεις. 2. (μτφ.) καθετί που προέρχεται, που παράγεται από μια ενέργεια, από μια διαδικασία ως αποτέλεσμά της: ~ κλοπής / απάτης / μόχθου / εργασίας / φαντασίας. H γλώσσα είναι κατεξοχήν κοινωνικό ~.

[λόγ. < αρχ. προϊόν ουδ. μεε. του πρόειμι `προχωρώ, βγαίνω έξω΄ σημδ. γαλλ. produit]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go