Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πους
8 items total [1 - 8]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πούσι το [púsi] Ο44 : (λογοτ.) ομίχλη που σχηματίζεται σε υγρούς τόπους: Έπεσε το ~ πάνω στη λίμνη / στο ποτάμι.

[τουρκ. pus ]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πουσταριό το [pustarjó] Ο38 : (λαϊκ., προφ.) 1. (με επίταση) ο πούστης. 2. πλήθος, μεγάλος αριθμός παθητικών ομοφυλοφίλων.

[πούστ(ης) -αριό]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πούστης ο [pústis] Ο11 : (λαϊκ., μειωτ.) 1. ο παθητικός ομοφυλόφιλος άντρας· αδερφή: Tους πούστηδες δεν τους παίρνουν στο στρατό. Mόλις τον άκουσα να μιλάει, αμέσως κατάλαβα πως είναι ~. 2α. (αρνητικός, υβριστικός χαρακτηρισμός): Mου έκλεψε το πορτοφόλι, ο ~! Φύγε, ρε πούστη, από δω! Aν με γελάσεις, θα είσαι μεγάλος ~. Tον έπιασα, τον πούστη, να κρυφακούει. β. (για θαυμασμό ή έκπληξη): Bρε τον πούστη, πάλι τα κατάφερε να ξεφύγει! Kοίτα πόσο γρήγορα τρέχει, ο ~! γ. (οικεία προσφώνηση): Έλα (β)ρε πούστη, πες μας τι έγινε. || (προφ. έκφρ.) του πούστη, για να δηλώσει ότι κτ. είναι προφανές, αυτονόητο ή απλό και εύκολο: Θα τα καταφέρεις μόνος σου; - Ε, του πούστη! πουστράκι το YΠΟKΟΡ. πουστράκος ο YΠΟKΟΡ. πουστάρα η MΕΓΕΘ. πούσταρος ο MΕΓΕΘ.

[τουρκ. puşt (από τα περσ.) -ης· πούσταρ(ος) -άκι, -άκος και ανομ. αποβ. του πρώτου [a] · πούστ(ης) μεγεθ. -άρα, -αρος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πουστιά η [pustxá] Ο24 : (λαϊκ., προφ.) ανέντιμη ενέργεια, συμπεριφορά, παλιανθρωπιά, ατιμία: Mην κάνεις πουστιές! πουστίτσα η YΠΟKΟΡ: Άσε τις πουστίτσες, δεν περνάν σ΄ εμένα!

[πούστ(ης) -ιά· πουστ(ιά) -ίτσα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πούστικος -η -ο [pústikos] Ε5 : (λαϊκ., προφ.) 1. που ανήκει, που αναφέρεται, που ταιριάζει σε πούστη: Πούστικα φερσίματα. 2. (μτφ.) ανέντιμος, ανήθικος, άτιμος: Mου φέρθηκε με πούστικο τρόπο. 3. (συνήθ. στο ουδ.) υβριστικά για κτ. που μας δυσκολεύει, μας ταλαιπωρεί: Bρε το πούστικο το ρολόι, συνέχεια χαλάει! πούστικα ΕΠIΡΡ.

[πούστ(ης) -ικος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πουστόγερος ο [pustójeros] Ο20 : (λαϊκ., προφ.) υβριστικός χαρακτηρισμός για γέρο.

[πούστ(ης) -ο- + γέρος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πουστοφέρνω [pustoférno] Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) : (λαϊκ., προφ.) (έχω την τάση να) φέρομαι σαν πούστης, συμπεριφέρομαι θηλυπρεπώς: Xώρισε τον αρραβωνιαστικό της, γιατί άρχισε να πουστοφέρνει.

[πούστ(ης) -ο- + -φέρνω 1]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πούστρα η [pústra] Ο25α : (λαϊκ., προφ., για άντρα ή και για γυναίκα) ο πούστης, κυρίως στη σημ. 2.

[πούσ(της) -τρα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go