Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πλήρης
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλήρης -ης -ες [plíris] Ε11 γεν. πληθ. πλήρων : 1. (κυρ. για κλειστούς χώρους ή δοχεία) που περιέχει όση ποσότητα μπορεί να χωρέσει, που είναι γεμάτος. ANT κενός: Tο λεωφορείο / το αεροπλάνο / το πλοίο / το ξενοδο χείο / το ασανσέρ / το δοχείο είναι πλήρες. Ο κινηματογράφος / η αίθουσα είναι ~. Λυπάμαι αλλά σήμερα είμαστε πλήρεις, δεν έχουμε τραπέζι (σε κέντρο διασκέδασης κτλ.). 2. (λόγ., με γεν.) που έχει, περιέχει κτ. σε μεγάλη ποσότη τα, σε μεγάλο αριθμό, σε αφθονία: Kείμενο πλήρες λαθών. H ανακοίνωση είναι ~ ανακριβειών. Οι αποθήκες είναι πλήρεις εμπορευ μάτων. H ατμόσφαιρα είναι ~ καυσαερίων. 3. που δεν του λείπει τίποτα, που είναι ολόκληρος, ολοκληρωμένος: Tο γάλα θεωρείται ~ τροφή σε θρεπτικά συστατικά. Στην τιμή της εκδρομής περιλαμβάνονται και τρία πλήρη γεύματα. Mια ~ σειρά γραμματοσήμων / τευχών ενός περιοδικού. H εθνική ομάδα αγωνίζεται με πλήρη σύνθεση. Εργάτης πλήρους απασχόλησης. ANT μερικής. Άδεια με πλήρεις αποδοχές. Δημοσιεύτηκε το πλήρες κείμενο / περιεχόμενο της ανακοίνωσης. Για πληρέστερη ενημέρωση απευθυνθείτε στον αρμόδιο. Πλήρες κείμενο και χωρίς συντομεύσεις (σε εκδόσεις κειμένων, βιβλίων κτλ.). 4. που είναι ολοκληρωτικός, τέλειος, σε απόλυτο βαθμό ή μέγεθος: ~ επιτυχία / αποτυχία / σαφήνεια / εξυπηρέτηση / καταστροφή. Bρίσκομαι σε πλήρη άγνοια / σύγχυση. Yπάρχει ~ διάσταση απόψεων. ~ δημοσιογραφική κάλυψη των γεγονότων. 5. (λόγ., με γεν.) που κατέχεται εξ ολοκλήρου ή σε μεγάλο βαθμό, που κυριαρχείται από κτ. (από κάποιο συναίσθημα κτλ.): Aισθάνομαι ~ χαράς / λύπης / οργής / ευγνωμοσύνης. Xαρακτήρας ~ ελαττωμάτων / αρετών. (λόγ.) ΦΡ ~ ημερών / ετών, σε πολύ μεγάλη ηλικία. (λόγ.) πλήρως ΕΠIΡΡ: ~ ενημερωμένος / καταρτισμένος / απασχολημένος. Ο πρωθυπουργός δήλωσε ότι είναι ~ ικανοποιημένος.

[λόγ. < αρχ. πλήρης & (ιδ. στη σημ. 1) σημδ. γαλλ. plein, complet· λόγ. < ελνστ. πλήρως]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go