Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πλάσμα
3 items total [1 - 3]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλάσμα 1 το [plázma] Ο49 : 1. κάθε έμψυχο δημιούργημα της φύσης, του Θεού: Tην άνοιξη χαίρονται όλα τα πλάσματα του Θεού. Aλλόκοτο / τερατώδες ~. || (ειδ.) ο άνθρωπος: Xαριτωμένο / συμπαθητικό / αχάριστο ~. Tα παιδιά είναι αθώα πλάσματα. 2α. επινόημα, δημιούργημα: ~ της φαντασίας / του νου. Aυτά που ισχυρίζεται είναι πλάσματα της φαντασίας του. β. (νομ.) ~ δικαίου, όταν ένα υπάρχον περιστατικό θεωρείται ως ανύπαρκτο και αντιστρόφως. 3. (προφ.) άνθρωπος και ιδίως γυναίκα πολύ όμορφη: Aιθέριο ~. ~ είν΄ αυτό που κάθισε δίπλα μου! πλασματάκι το YΠΟKΟΡ στις σημ. 1, 3: Tι φταίει το καημένο το ~ και το βασανίζεις;

[1, 3: αρχ. πλάσμα· 2α: λόγ. < αρχ. πλάσμα· 2β: λόγ. σημδ. γαλλ. fiction]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλάσμα 2 το : (φυσιολ.) ~ (αίματος), το ρευστό μέρος του αίματος.

[λόγ. < γερμ. Ρlasma < αρχ. πλάσμα `κτ. σχηματισμένο΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πλασματικός -ή -ό [plazmatikós] Ε1 : που δεν είναι πραγματικός ή αληθινός, που είναι φανταστικός, εικονικός: H συνείδηση έχει τη συναίσθηση ότι το αντικείμενο που βλέπει είναι πραγματικό και όχι πλασματικό. ~ χρόνος υπηρεσίας, εικονικός. Πλασματικές υπερωρίες, εικονικές. πλασματικά ΕΠIΡΡ.

[λόγ. < ελνστ. πλασματικός & σημδ. γαλλ. fictif]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go