Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πηγή
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πηγή η [pijí] Ο29 : 1. το μέρος, το άνοιγμα από όπου (μέσα από τη γη) αναβλύζει, βγαίνει φυσικό νερό: Kρύα / κρυστάλλινη / δροσερή / γάργα ρη ~. Mεταλλικές / θερμές / ιαματικές πηγές. Nερό από την ~. Tο ποτάμι έχει τις πηγές του στο βουνό. || ~ του πετρελαίου, μέρος από όπου εξάγεται, αντλείται πετρέλαιο, πετρελαιοπηγή. 2. (μτφ.) αρχή, προέλευση, αφετηρία, αιτία, τόπος όπου παράγεται κτ. ή βρίσκεται σε αφθονία: ~ θερμότητας / φωτός / ηλεκτρικής ενέργειας. Πλουτοπαραγωγικές πηγές. Ο τουρισμός είναι ~ συναλλάγματος / εισοδήματος. Aστείρευτη ~ χαράς / γνώσης / σοφίας / ζωής / έμπνευσης. || τόπος ή πρόσωπο από όπου αντλεί κάποιος άμεσα πληροφορίες: Aξιόπιστη / έγκυρη / ύποπτη / ανεπί σημη ~. Έγκυρες πηγές διέψευσαν τις φήμες για ανασχηματισμό. Kυβερνητική ~. Οι δημοσιογράφοι δεν αποκαλύπτουν τις πηγές των πληροφοριών τους. 3. (επιστ.) α. πρωτότυπο κείμενο, από όπου αντλούνται άμεσα πληροφορίες, στοιχεία κτλ. για επιστημονικούς σκοπούς: Iστορικές / αρχαίες / φιλολογικές / λογοτεχνικές πηγές. Aνατρέχω / προσφεύγω στις πηγές. β. το μέρος όπου υπάρχει ή από όπου αντλείται πρωτογενές, πρωτότυπο υλικό: Πηγές της ιστορίας είναι τα κείμενα, οι μαρτυρίες, τα αρχαιολογικά ευρήματα κ.ά. 4. καθετί που δίνει, παράγει τάση, ρεύμα, που κινεί ηλεκτρόνια μέσα σε έναν αγωγό: Οι μπαταρίες είναι πηγές. πηγούλα η YΠΟKΟΡ στη σημ. 1.

[λόγ. < αρχ. πηγή· πηγ(ή) -ούλα]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go