Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: πεῖσμα
7 items total [1 - 7]
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πείσμα το [pízma] Ο48 : το να επιμένει κάποιος σε ορισμένη γνώμη, επιδίωξη κτλ., με τρόπο ανένδοτο ή συνήθ. και παράλογο· ανένδοτη, ανυποχώρητη ή και παράλογη επιμονή· γινάτι, ισχυρογνωμοσύνη: Ήξερε πως είχε άδικο, αλλά από ~ δεν υποχωρούσε. Aγανάκτησα με το ~ του. Γαϊδουρινό / μουλαρίσιο ~, υπερβολικό. Έχει ~, είναι πεισματάρης. ~, επίμονα, πεισματικά. (έκφρ.) με πιάνει (το) ~, πεισματώνω. σε ~ κάποιου, επιμένοντας πεισματικά παρά την αντίθετη γνώμη του: Σε ~ όλων αυτή πέτυχε το σκοπό της. ας είναι καλά το ~ σου / του, προς κπ. που έδειξε υπερβολική επιμονή και δεν κάμφθηκε στις πιέσεις μου: Tέλος πάντων· κάνε ό,τι θέλεις κι ας είναι καλά το ~ σου. ΦΡ το βάζω ~, επιμένω πολύ· ΣYN ΦΡ το βάζω γινάτι: Tο ΄βαλε ~ και θα το πετύχει. Άμα το βάλει ~ δεν αλλάζει ό,τι και να του πεις. || (πληθ.): Kάνει πείσματα, νάζια.

[ελνστ. πεῖσμα `πεποίθηση, σταθερή πρόθεση΄, μσν. σημ.: `επιμονή΄]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πεισματάρης -α -ικο [pizmatáris] Ε9 : που δείχνει συχνά μια υπερβολική ή και παράλογη επιμονή σε γνώμη, επιδίωξη κτλ., που έχει πολύ πείσμα· (πρβ. ισχυρογνώμων).

[μσν. πεισματάρης < πεισματ- (πείσμα) -άρης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πεισματάρικος -η -ο [pizmatárikos] Ε5 : για συμπεριφορά, εκδήλωση κτλ., που ταιριάζει σε πεισματάρη άνθρωπο· (πρβ. πεισματικός): Πεισματάρικα λόγια / φερσίματα. Πεισματάρικοι τρόποι. πεισματάρικα ΕΠIΡΡ.

[πεισματάρ(ης) -ικος]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πεισματικός -ή -ό [pizmatikós] Ε1 : για συμπεριφορά, εκδήλωση κτλ., που δείχνει πείσμα ή που οφείλεται σε πείσμα· (πρβ. πεισματάρικος): Πεισματική άρνηση. πεισματικά ΕΠIΡΡ με τρόπο πεισματικό, με πείσμα: Aρνιόνταν ~ κάθε συμφιλιωτική πρόταση. || Παίρνω κτ. ~, το αντιμετωπίζω με τρόπο πεισματικό.

[μσν. πεισματικός < πεισματ- (πείσμα) -ικός]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πεισματώδης -ης -ες [pizmatóδis] Ε11 : που γίνεται με πείσμα: ~ άρνηση, πεισματική. ~ μάχη, λυσσώδης.

[λόγ. πεισματ- (πείσμα) -ώδης]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πεισμάτωμα το [pizmátoma] Ο49 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πεισματώνω· πείσμωμα.

[πεισματώ(νω) -μα]

[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
πεισματώνω [pizmatóno] Ρ1α μππ. πεισματωμένος : πεισμώνω.

[μσν. πεισματώνω < πεισματ- (πείσμα) -ώνω]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go