Combined Search

Go

Search options

Basket

Results for: περιβολή
1 item total
[Λεξικό Τριανταφυλλίδη]
περιβολή η [perivolí] Ο29 : (λόγ.) ενδυμασία, φορεσιά, στολή: Επίσημη ~. (έκφρ.) (με) αδαμιαία* ~.

[λόγ. < αρχ. περιβολή]

< Previous   [1]   Next >
Go to page:Go